ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19η συνάντηση Λέσχης Ανάγνωσης Σαντορίνης

---Δημοσίευση: 02/11/2020---
Η ιστοσελίδα Βιβλιοσημεία (με αρχισυντάκτρια τη Λιάνα Τζιμογιάννη) στηρίζει τη Λέσχη Ανάγνωσης Σαντορίνης, με συντονιστή τον Ξενοφώντα Φύτρο, συγγραφέα και συντάκτη στα Βιβλιοσημεία.


Την Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2020 πραγματοποιήθηκε η 19η συνάντηση της Λέσχης και συζητήθηκε το βιβλίο της Καδιώς Κολύμβα "Η πάνω μεριά του κόσμου", που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός. Η εν λόγω συνάντηση έλαβε χώρα στον πολιτιστικό χώρο Symposion by la Ponta (Μεγαλοχώρι Σαντορίνης). Κάθε συνάντηση οργανώνεται σε διαφορετικό σημείο.


Κατόπιν του μερικού lockdown που επιβάλλεται στη Σαντορίνη για όλο το Νοέμβριο, η 20ή συνάντηση (Νοεμβρίου) αναβάλλεται.


Περίληψη οπισθόφυλλου:
Η μυθιστορηματική βιογραφία ενός ανθρώπου κι ενός τόπου, βασισμένη στο ημερολόγιο μιας καπετάνισσας. Μια ζωή γεμάτη τρικυμίες και μπουνάτσες στη Σαντορίνη και στον Πειραιά, στο χτες και στο σήμερα. Μια ζωή απόλυτα δεμένη με τη θάλασσα, τη ναυτιλία και τη ναυτοσύνη. Από τα πανιά της σκούνας, μέχρι τα λίμπερτυ των αποζημιώσεων του πολέμου κι από τις βεγγέρες του νησιού μέχρι τα ταξίδια στην Ευρώπη.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
Η άποψή μου:
(γράφει ο Ξενοφών Φύτρος)
Ήταν ένα άλλο νησί η Σαντορίνη των αρχών του 20ού αιώνα. Πριν τον καταστρεπτικό σεισμό του 1956 και τη μετέπειτα σωτήρια τουριστική ανάπτυξη, η Σαντορίνη λεγόταν Θήρα και ήταν κατά βάση ένα αγροτικό και εξαγωγικό νησί. Η Οία πάλι λεγόταν Πάνω Μεριά και ήταν από τότε γνωστή για την απόκοσμη ομορφιά της και τα γαντζωμένα στο βράχο ασβεστωμένα σπίτια της· αλλά και για τη σπουδαία ναυτική της παράδοση: "Το χωργιό μας ήτο το καλύτερο μέσα σ' όλη τη Σαντορίνη. Τα Φηρά δεν είχανε τότες τόσο πλούτος. Η Πάνω Μεριά ακουγότανε. Χωργιό των καπεταναίω, τήνε λέανε. Πάνω από 160 ιστιοφόρα είχανε τότες δά. Με τα κοφίνια ηκουβαλούσανε τσοί λίρες. Όλοι φχαριστημένοι, κι οι καπεταναίοι και τα πληρώματα. Είχανε χαρά οι οικογένειες. Ηδιασκεδάζανε από τη μια νύχτα ώσαμε την άλλη· βεγγέρες και χοροί".

Η Καδιώ Κολύμβα δε γράφει ένα μυθιστόρημα σαν τα άλλα, όπως η Πάνω Μεριά δεν ήταν -και δεν είναι- ένας τόπος σαν τους άλλους. Παίρνοντας ως αφορμή το διασωθέν ημερολόγιο της γιαγιάς της, Καδιώς Σιγάλα, η συγγραφέας εξιστορεί τη ζωή μιας γυναίκας, μιας οικογένειας, ενός τόπου, αλλά και μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου που αποτέλεσε έναν ακόμα κρίκο στην παμπάλαια διαδρομή της ελληνικής ναυτιλίας, από την εποχή των αρχαίων τριήρεων που κατατρόπωσαν τον περσικό στόλο, μέχρι και σήμερα που τα ελληνόκτητα πλοία διασχίζουν τους ωκεανούς.

Η Καδιώ Σιγάλα, ηρωίδα του βιβλίου, είναι και ηρωίδα της ζωής. Παντρεύτηκε στα δεκαπέντε της χρόνια και πήρε από την πρώτη μέρα την ευθύνη της οικογένειας στα χέρια της, αφού ο καπετάνιος σύζυγός της ταξίδευε το μισό χρόνο· και όχι μόνο της οικογένειας: "Ήκαμα δεκατέσσερις γέννες. Ηζήσανε τα εφτά μου παιδιά... Κάθε χρόνο, μετά τη Λαμπρή, μπάρκαρε ο άντρας μου. Ελόου μου ήστεκα μονάχη μου με τα κοπέγια, να τα μεγαλώσω, να τα κάμω ανθρώπους. Κι απ’ τα χέρια μου να περνούνε όλες οι δουγειές. Και κάθε πού ήρχουνταν πίσω, να ‘χω κάμει την οικονομία μου και να τονε στέλλω ν’ αγοράζει βαπόρι". Σε χρόνια δύσκολα και σε μια Ελλάδα που δοκιμαζόταν από φτώχεια, πολέμους, κατοχή κι εμφύλιο σπαραγμό, το πρακτικό και νοικοκύρικο πνεύμα της Καδιώς αναδείχθηκε σαν άνθος ανάμεσα στα αγκάθια. Οι ανάγκες της δουλειάς έφεραν τη μετακόμιση της οικογένειας από τη Σαντορίνη στον Πειραιά. Η Καδιώ γνωρίστηκε με τους ισχυρούς άνδρες της ναυτιλίας και της οικονομίας της εποχής· μόνη γυναίκα σ’ έναν ανδροκρατούμενο χώρο κέρδισε την εύνοια και το σεβασμό τους.

Αλλά η θάλασσα είναι θάλασσα· τα βαπόρια συχνά πάθαιναν αβαρίες ή βούλιαζαν, κατάσχονταν λόγω πολέμου ή χρεωκοπίας. Η οικογένεια έφτασε δύο φορές στα πρόθυρα της οικονομικής κατάρρευσης· όμως το μέταλλο από το οποίο ήταν φτιαγμένοι οι νησιώτες ήταν γερό. Ορθοπόδησαν και πάλι, ευημέρησαν και πλήθυναν· παιδιά και εγγόνια, νύφες και γαμπροί, σπίτια και γραφεία, πλοία και δουλειές. Η ζωή της Καδιώς δεν ήταν όμως μόνο πλοία και φορτία, δουλειές και συμβόλαια. Η μοίρα δε στάθηκε πάντα καλή μαζί της. Ο πρωτότοκος γιος της, ο Χρήστος, έφυγε από τη ζωή στην ηλικία των εικοσιδύο χρόνων. "Γνωρίστηκε στον Πειραιά με τα παιδιά του Αδριανόπουλου, κι ήφιαξαν μια ομάδα. Κάθε μέρα ήπαιζε κι ίδρωνε κι ήρχε κι ήπαθε φυματίωση... Το παιδί δεν άντεξε κι ήσβησε. Από τότες δα δεν ήβγαλα τα μαύρα· ξεθλιβερό φουστάνι δεν ήβαλα πάνω μου".

Η Καδιώ ήταν πλοιοκτήτρια και έμπορος· αλλά πρώτα απ’ όλα ήταν μάνα και γιαγιά, σύζυγος και πεθερά, Σαντορινιά και Πανωμερίτισα· ευσεβής Χριστιανή, φιλόξενη και ανθρώπινη, συμπονετική και φιλάνθρωπη. Ζούσε στην εποχή όπου οι νησιώτες νοιάζονταν για τον τόπο τους, για το γείτονα και συγγενή τους για την ευημερία και την προκοπή όλων. "Μου λένε πως στη Σαντορίνη ηγίνηκε μεγάλος σεισμός... Με το που τ’ ακούω, πιάνω και δώνω εντολή να πάει αμέσως το βαπόρι κάτω να μαζέψει τον κόσμο... Είχα πει του καπτάνιου μας να κάμει το βαπόρι σα ξενοδοχείο, να μπούνε μέσα οι αθρώποι να φάνε, να πέσουνε κι ό,τι θένε".

Η εγγονή της, Καδιώ Κολύμβα, μας ταξιδεύει σ’ εκείνη την εποχή· τη φτωχή σε υλικά αγαθά και ευκολίες, αλλά τόσο πλούσια σε συναίσθημα και ανθρωπιά. Το κάνει με τη φωνή της γιαγιάς της, της γυναίκας που μιλά αυθόρμητα και ντόμπρα, με το σαντορινιό γλωσσικό ιδίωμα που διδάχθηκε από την οικογένειά της και με το οποίο δίδαξε με τη σειρά της τα παιδιά της. Και το κάνει με αγάπη και συναίσθημα, κάνοντας τον αναγνώστη να αισθανθεί ότι κάθε λέξη και κάθε φράση, κάθε χαρά και κάθε λύπη, κάθε μυρωδιά και κάθε γεύση πέρασε αυτούσια από τη γιαγιά στην εγγονή και από εκεί σε εμάς, ως ένα μνημείο των αλλοτινών καιρών και ανθρώπων. Και γι’ αυτό, της οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ.


*Το βιβλίο «Η Πάνω Μεριά του κόσμου» συζητήθηκε στη 19η συνάντηση της Λέσχης Ανάγνωσης Σαντορίνης στις 4 Οκτωβρίου 2020. Η συγγραφέας Καδιώ Κολύμβα μίλησε για το βιβλίο της σε ζωντανή διαδικτυακή σύνδεση και απάντησε στις ερωτήσεις των μελών της λέσχης. Η Λέσχη Ανάγνωσης θα ήθελε να ευχαριστήσει θερμά την κα. Κολύμβα για την προθυμία της να συμμετάσχει στη συνάντησή μας, τις εκδόσεις Αρμός για την προσφορά του βιβλίου και το Symposion by la Ponta για τη φιλοξενία.


Στοιχεία του βιβλίου:
Ιστοσελίδα: Πατήστε εδώ
Συγγραφέας: Καδιώ Κολύμβα
Σελίδες: 200 / Διαστάσεις: 14Χ21
Ημερ. έκδοσης: Σεπτέμβριος 2019
ISBN: 978-960-527-155-8


Βιογραφικό της συγγραφέως:
Η Καδιώ Κολύμβα, πρωτοδημοσιεύει το 1968, την ποιητική συλλογή “Nocturna”. Το 1985 αρχίζει τη συνεργασία της με την Πολιτιστική Εταιρεία “Πανόραμα”, δημοσιεύοντας στο περιοδικό της Εταιρείας και δίνοντας διαλέξεις με θέματα την πρωτοχριστιανική Ανατολή και την ισλαμική λογοτεχνία. Την ίδια εποχή ξεκινάει να μεταφράζει το μεγάλο ποιητικό έργο του Πέρση ποιητή, Τζελαλαντίν Ρουμί. Το 1991 κυκλοφορεί την ποιητική της συλλογή “Εικόνες από την έρημο” (εκδόσεις Πανόραμα). Το 1995 στον εκδοτικό οίκο Αρμός, δημοσιεύει μια ακόμα ποιητική συλλογή με τίτλο “Πανδοχείο πουλιών” και την ίδια χρονιά στη σειρά “Μούσες” του Αρμού, κυκλοφορεί η μετάφραση του βιβλίου “Ο αγαπημένος” (τα 90 από τα 1791 τετράστιχα-Ρουμπαγιάτ του Τζελαλαντίν Ρουμί από το έργο “Ο ήλιος της Ταυρίδας”, με εκτενή εισαγωγή για τον ποιητή και το έργο του).

18η συνάντηση Λέσχης Ανάγνωσης Σαντορίνης

---Δημοσίευση: 26/10/2020---
Η ιστοσελίδα Βιβλιοσημεία (με αρχισυντάκτρια τη Λιάνα Τζιμογιάννη) στηρίζει τη Λέσχη Ανάγνωσης Σαντορίνης, με συντονιστή τον Ξενοφώντα Φύτρο, συγγραφέα και συντάκτη στα Βιβλιοσημεία.


Την Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2020 πραγματοποιήθηκε η 18η συνάντηση της Λέσχης και συζητήθηκε το βιβλίο του J.D. Salinger "The catcher in the rye" στον χώρο του πολιτιστικού Συλλόγου "Εστία Πύργου Καλλίστης" (Σαντορίνη).


Κάθε συνάντηση οργανώνεται σε διαφορετικό σημείο. Μάθετε πού και πότε γίνονται οι συναντήσεις στην σελίδα της Λέσχης στο Facebook!!! Δηλώστε συμμετοχή!!!



Σχολιασμός του συντονιστή:
Το βιβλίο που συζητήσαμε για σχεδόν 2,5 (!) ώρες στο χώρο εκδηλώσεων πάνω από την πλατεία του Πύργου ήταν το "Στη σίκαλη, στα στάχια, ο πιάστης" του J.D. Salinger.

Ο Χόλντεν Κώλφιλντ, ο αντισυμβατικός ήρωας του συγγραφέα, είναι ένας χαρακτήρας που δεν περνάει αδιάφορος. Εκκεντρικός και απροσάρμοστος, όπως άλλωστε και ο δημιουργός του, ενέπνευσε εκατομμύρια αναγνώστες από την ημέρα που κυκλοφόρησε ο "Φύλακας στη Σίκαλη".

Ένας από αυτούς είναι και ο Στέφανος Τσιτσόπουλος, ραδιοφωνικός παραγωγός, δημοσιογράφος και συγγραφέας, που σε ηλικία 14 ετών έψαχνε τρόπο να ταξιδέψει στη Νέα Υόρκη για να συναντήσει τον Σάλιντζερ! Μπορεί να μην τα κατάφερε, αλλά στο μυθιστόρημά του "Ροκ Σταρ" (θα ακολουθήσει σχόλιο για το βιβλίο σε άλλη ανάρτηση), μας διηγείται πως έφαγε "τρελή φλίπα με τη Σίκαλη" και τον "μπάρμπα-Σάλιντζερ".

Ο κ. Τσιτσόπουλος συμμετείχε διαδικτυακά στη κουβέντα μας, την οποία και έκανε ακόμα πιο ενδιαφέρουσα με τις γνώσεις του και την αγάπη του για τον Φύλακα και τον J.D. Salinger.


*Η Λέσχη Ανάγνωσης ευχαριστεί θερμά την Μάντυ Γκλαβά και τον Πολιτιστικό Σύλλογο "Εστία Πύργου Καλλίστης" για την πρόσκληση και την υλικοτεχνική υποστήριξη.

17η συνάντηση Λέσχης Ανάγνωσης Σαντορίνης

---Δημοσίευση: 30/07/2020---
Η ιστοσελίδα Βιβλιοσημεία (με αρχισυντάκτρια τη Λιάνα Τζιμογιάννη) στηρίζει τη Λέσχη Ανάγνωσης Σαντορίνης, με συντονιστή τον Ξενοφώντα Φύτρο, συγγραφέα και συντάκτη στα Βιβλιοσημεία.


Την Κυριακή 26 Ιουλίου 2020 πραγματοποιήθηκε η 17η συνάντηση της Λέσχης και συζητήθηκε το βιβλίο του Ίαν Μακ Γιούαν "Μηχανές σαν κι εμένα". Η εν λόγω συνάντηση έλαβε χώρα στον πολιτιστικό χώρο Symposion by la Ponta (Μεγαλοχώρι Σαντορίνης). Κάθε συνάντηση οργανώνεται σε διαφορετικό σημείο.


Μάθετε πού και πότε γίνονται οι συναντήσεις στην σελίδα της Λέσχης στο Facebook!!! Δηλώστε συμμετοχή!!!


Περίληψη οπισθόφυλλου:
Σε έναν κόσµο όχι ακριβώς όµοιο µε τον δικό µας, δυο εραστές θα περάσουν µια δοκιµασία που υπερβαίνει τα όρια της κατανόησης και της αντοχής τους.

Η Βρετανία έχει ηττηθεί στον Πόλεµο των Φόκλαντ, η Μάργκαρετ Θάτσερ δίνει µάχη µε τον Τόνυ Μπεν για την εξουσία και ο Άλαν Τιούρινγκ επιφέρει επαναστατική τοµή στον τοµέα της τεχνητής νοηµοσύνης.

Το "Μηχανές σαν κι εµένα" εκτυλίσσεται σε ένα εναλλακτικό Λονδίνο της δεκαετίας του 1980. Ο Τσάρλι, ένας τριαντατριάχρονος ανθρωπολόγος που δοκιµάζει την τύχη του στο χρηµατιστήριο αποφεύγοντας συνειδητά την εργασία πλήρους απασχόλησης, είναι ερωτευµένος µε τη Μιράντα, µια έξυπνη φοιτήτρια που κρύβει ένα τροµερό µυστικό. Όταν ο Τσάρλι κληρονοµεί ένα σεβαστό ποσό, αγοράζει τον Αδάµ, ένα από τα πρώτα ανδροειδή που αναπαράγουν πιστά το σώµα και τις νοητικές λειτουργίες του ανθρώπου, και µε τη βοήθεια της Μιράντας σχεδιάζει την προσωπικότητά του. Το σχεδόν τέλειο ανδροειδές που προκύπτει είναι ωραίο, δυνατό, και ευφυές. Σύντοµα θα σχηµατιστεί ένα ερωτικό τρίγωνο ανάµεσα στον Τσάρλι, στη Μιράντα και στον Αδάµ, φέρνοντάς τους αντιµέτωπους µε ένα βαθύ ηθικό δίληµµα.

Το "Μηχανές σαν κι εµένα" είναι ένα ανατρεπτικό µυθιστόρηµα που θέτει το ερώτηµα αν µια µηχανή µπορεί να κατανοήσει την ανθρώπινη καρδιά ή αν, τελικά, εκείνοι από τους οποίους λείπει η κατανόηση και η ενσυναίσθηση είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
Η άποψή μου:
(γράφει ο Ξενοφών Φύτρος)
Όταν διαβάζεις συγκεκριμένους συγγραφείς πρέπει να είσαι (τουλάχιστον) υποψιασμένος: μην περιμένεις συμβατική πλοκή και συμβατικούς ήρωες. Για τον Βρετανό Ian Mac Ewan (γεν. 1948) θα έπρεπε να το είχα φανταστεί μετά το ευρηματικό "Καρυδότσουφλο" (Πατάκης, 2018), όπου ήρωας και αφηγητής της ιστορίας είναι το αγέννητο έμβρυο (!) μιας γυναίκας που επιδιώκει να σκοτώσει τον άντρα της με τη βοήθεια του εραστή της. Στο "Μηχανές σαν κι εμένα" όμως, ο συγγραφέας δεν εφευρίσκει απλώς ένα πρωτότυπο σενάριο· προχωράει πολύ παραπέρα. Αψηφώντας με τόλμη νόρμες και κανόνες αναπλάθει την ιστορική πραγματικότητα και δημιουργεί μία δική του, η οποία όμως μοιάζει τόσο αληθινή! Γιατί όχι, άλλωστε; Η Μεγάλη Βρετανία θα μπορούσε να έχει χάσει τον πόλεμο των Φώκλαντ. Ο Άλαν Τιούρινγκ θα μπορούσε να μην έχει αυτοκτονήσει. Ο Τόνι Μπεν θα μπορούσε να έχει γίνει πρωθυπουργός και να έχει δολοφονηθεί. Οι Beatles θα μπορούσαν να έχουν βγάλει νέο άλμπουμ μετά από δώδεκα χρόνια. Και το κυριότερο: ο άνθρωπος θα μπορούσε να έχει φτιάξει ένα τεχνητό ον «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» του, ήδη από τη δεκαετία του ογδόντα...

Ο Mac Ewan προβληματίζεται και προβληματίζει. Θέμα του δεν είναι η επιστήμη και τα τεχνολογικά επιτεύγματα. Οι ήρωές του, ο άεργος Τσάρλι και η εσωστρεφής Μιράντα, δεν έχουν επιστημονικές γνώσεις και το παραδέχονται. Για τους δυο τους, ο Αδάμ, ένα ανδροειδές κατασκεύασμα, πλασμένο από εταιρία υψηλής τεχνολογίας, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία συσκευή, ένα παιχνίδι: μία μηχανή που έχει κουμπί on/off και λειτουργεί ως οικιακή βοηθός, ως επαγγελματικός συνεργάτης, ως συντροφιά στο τραπέζι του φαγητού ή στη βόλτα στη γειτονιά, ακόμα και ως σεξουαλικό βοήθημα. Ο Αδάμ όμως, όπως και η θηλυκή ρέπλικά του, η Εύα, είναι εφοδιασμένος με ένα μεγάλο όπλο, και ταυτόχρονα ίσως με μία μεγάλη κατάρα: με ανθρώπινη νόηση και την ικανότητα να ξεχωρίζει το καλό από το κακό. Κι εδώ είναι τα ερωτήματα που έμμεσα θέτει ο συγγραφέας: τι είναι καλό και τι κακό; Τι συμβαίνει όταν καλό για κάποιον σημαίνει κακό για κάποιον άλλον; Ποιος θα κρίνει ποιος και τι πρέπει να θυσιαστεί για κάποιον υψηλότερο σκοπό; Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα; Το ψέμα μπορεί να υπηρετήσει την αλήθεια; Κι αν τα ερωτήματα αυτά δεν μπορούν να απαντηθούν με σαφήνεια από τον μέσο άνθρωπο, πώς θα τα απαντήσει μία μηχανή που είναι φτιαγμένη για να λειτουργεί με την ακρίβεια των αριθμών και των αλγορίθμων, χωρίς συναισθηματικές ή άλλες παρεκκλίσεις;

Το "Μηχανές σαν κι εμένα και άνθρωποι σαν κι εσένα" -όπως είναι ο πλήρης τίτλος του βιβλίου- δεν είναι ένα μυθιστόρημα για να περάσει την ώρα του ο αναγνώστης. Σε ορισμένα σημεία του, κυρίως εκεί όπου στην πλοκή εμφανίζεται η ιδιοφυία που λέγεται Άλαν Τιούρινγκ, θυμίζει δοκίμιο ή μελέτη πάνω στον πολύπλοκο ανθρώπινο χαρακτήρα και την απρόβλεπτη ανθρώπινη συμπεριφορά. Η συχνή αναφορά προσωπικοτήτων του παρελθόντος φανερώνει την ευρυμάθεια του συγγραφέα αλλά και το μέγεθος δυσκολίας της μετάφρασης, έργο το οποίο επιτελεί άψογα η Κατερίνα Σχινά. Ταυτόχρονα κάνει απαιτητική τη δουλειά του αναγνώστη, που θα κουραστεί ίσως σε κάποια σημεία, πριν διαπιστώσει τελικά ότι στον Mac Ewan δεν αρέσουν τα εύκολα: ούτε τα ερωτήματα, ούτε οι απαντήσεις· αλλά ούτε και η ανάγνωση και απόλαυση των πρωτοποριακών μυθιστορημάτων του.

Φράση που μου έμεινε:
«Πραγματικά έχεις αισθήματα; Νιώθεις
«Νιώθω τα πάντα πολύ βαθιά. Παραπάνω απ’ ότι μπορώ να εκφράσω με λόγια».

Το βιβλίο συζητήθηκε στην 17η συνάντηση της Λέσχης Ανάγνωσης Σαντορίνης, της βιβλιοφιλικής παρέας του νησιού που δραστηριοποιείται εδώ και ενάμιση χρόνο. Στην πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα αναλύθηκαν τα ηθικά ζητήματα που θέτει ο συγγραφέας, η επιρροή της τεχνολογίας στη ζωή μας και η αλληγορική πραγματικότητα με την αντιστροφή ιστορικών γεγονότων, κάτι που μας εξέπληξε.
*Ευχαριστώ τις εκδόσεις Πατάκη και την ιστοσελίδα Βιβλιοσημεία για την προσφορά του δωρεάν αντιτύπου. Ευχαριστώ το Symposion_by La Ponta για τη θερμή φιλοξενία.

Στοιχεία του βιβλίου:
Ιστοσελίδα: Πατήστε εδώ
Συγγραφέας: Ίαν Μακ Γιούαν
Μετάφραση: Κατερίνα Σχινά
Σελίδες: 416 / Διαστάσεις: 14x21
Ημερ. έκδοσης: Σεπτέμβριος 2019
ISBN: 978-960-168-472-7


Βιογραφικό του συγγραφέα:
Ο Ίαν Μακ Γιούαν γεννήθηκε το 1948, σπούδασε στα Πανεπιστήμια Sussex και East Anglia και δημοσίευσε την πρώτη του συλλογή διηγημάτων, με τίτλο "Fist Love, Last Rites", το 1975, αποσπώντας μάλιστα το βραβείο Somerset Maughman, και τη δεύτερη με τίτλο "Between the Sheets", το 1977. Το 1987 κέρδισε το Whitbread Award (και το Prix Femina Etranger, έξι χρόνια μετά), για το μυθιστόρημά του "Child in Time". Έχει γράψει αρκετά μυθιστορήματα και σενάρια για τον κινηματογράφο. Τρία μυθιστορήματά του συμπεριλήφθηκαν στις τελικές υποψηφιότητες για το βραβείο Booker ("Έμμονη αγάπη", "Άμστερνταμ", "Εξιλέωση"). Το βραβείο τού απονεμήθηκε, τελικά, το 1998, για το "Άμστερνταμ". Η "Εξιλέωση" (2002), επίσης, έχει τιμηθεί με τα εξής βραβεία: W.H. Smith Literary Award (2002), National Book Critics Circle Fiction Award (2003), Los Angeles Times Prize for Fiction (2003), και Santiago Prize for the European Novel (2004). Για το μυθιστόρημα "Σάββατο" τιμήθηκε το 2006 με το βραβείο James Tait Black Memorial Prize.

Lecture Club / meeting #6

Το ηλεκτρονικό περιοδικό Writer's Gang (με αρχισυντάκτρια την Άρια Σωκράτους) και η ιστοσελίδα Βιβλιοσημεία (με αρχισυντάκτρια τη Λιάνα Τζιμογιάννη) ένωσαν τις δυνάμεις και την αγάπη τους για το βιβλίο και ίδρυσαν τη Λέσχη Ανάγνωσης "Lecture Club".


Μάθετε πού και πότε γίνονται οι συναντήσεις στο τέλος του κειμένου!!!


Το Σάββατο 30 Μαρτίου 2019 πραγματοποιήθηκε η έκτη συνάντηση της λέσχης και συζητήθηκε το βιβλίο του Έντγκαρ Άλαν Πόε "21 ιστορίες και το κοράκι". Συντονίστρια της λέσχης είναι η συγγραφέας Ισμήνη Χαρίλα και τον πολιτισμικό σχολιασμό έχει αναλάβει η ραδιοφωνική παραγωγός Άννα Μουσογιάννη.



Ο σχολιασμός της Ισμήνης Χαρίλα:
Πρέπει άραγε να κρίνεται το έργο του δημιουργού σε συνδυασμό με την προσωπική του ζωή και πόσο αντικειμενικός είναι ο θεατής, ο αναγνώστης ή εν τέλει εκείνος που καλείται να διατυπώσει την άποψή του για ένα τεχνούργημα, όταν δεν εστιάζει σε αυτό αλλά στον βίο του καλλιτέχνη;

Σαφώς η διαφορετικότητα οπτικής και αντίληψης είναι καθοριστικοί παράγοντες, που επηρεάζουν την έκφραση της τέχνης και η ιστορία έχει αποδείξει ότι η πλειονότητα αυτών που άφησαν το στίγμα τους στον συγκεκριμένο τομέα, είχε έρθει αντιμέτωπη, είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο, με τους προσωπικούς της δαίμονες. Γεγονός που είναι βεβαίως εύλογο, αφού μόνον όποιος έχει αγγίξει το απόλυτο της ψυχής και έχει ξεπεράσει τα όρια του πόνου και της απόγνωσης, δύναται να αποτυπώσει την τραγικότητα και να αναδείξει τη σημασία της θετικότητας.

Παρ’ όλα αυτά, κατά τη διάρκεια των ετών πολλοί εμμένουν να παραβλέπουν την καλλιτεχνική αξία βασιζόμενοι στην παρέκκλιση του υπογράφοντος του έργου από τους ομοϊδεατικούς και συμπεριφορικούς τους κύκλους, έστω και εάν από την πλευρά του δεν έχει ως αυτοσκοπό να παρασύρει έτερους στα δικά του προβλήματα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα θα μπορούσε να θεωρηθεί ο Έντγκαρ Άλαν Πόε, ο οποίος, όντας επιρρεπής στις καταχρήσεις και δη στο αλκοόλ και τον τζόγο, αποδοκιμάστηκε από πολλούς και ενδεχομένως τα πονήματά του να μην αναδεικνύονταν ποτέ στο μέγεθος που τους άρμοζε, εάν δεν τα μετέφραζε ο σημαντικότατος Γάλλος ποιητής Μπωντλαίρ, ο οποίος ήταν απαλλαγμένος από περιοριστικές προκαταλήψεις, αφού αντιμετώπιζε και ο ίδιος παρόμοιες δυσκολίες εξάρτησης.

Στις «21 Ιστορίες και το Κοράκι» λοιπόν, που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, η Κατερίνα Σχινά συγκέντρωσε και μετάφρασε στα ελληνικά ορισμένα από τα πιο γνωστά διηγήματα του Πόε. Τα αφηγήματα κατανέμονται σε έξι διακριτές ενότητες που αφορούν τον Τρόμο, το Φανταστικό, το Μυστήριο, την Περιπέτεια, την Επιστημονική Φαντασία και τη Σάτιρα, ενώ στο τέλος παρατίθεται το διάσημο ποίημα, το «Κοράκι», όπου ένα κοράκι μιλά σ’ έναν εραστή που πενθεί για τον χαμό της αγαπημένης του, της Λεονόρας. Αξιοσημείωτο δε είναι ότι το συγκεκριμένο ποίημα δημοσιεύθηκε το 1845, δυο δηλαδή χρόνια νωρίτερα από τον θάνατο της συζύγου και πρώτης εξαδέλφης του Πόε, της Βιρτζίνιας Κλιμ.

Σε καθεμιά από τις παραπάνω ενότητες διακρίνονται τόσο τα στοιχεία που ορίζουν τα εκάστοτε λογοτεχνικά είδη, όσο και εκείνα που καθιέρωσαν τον εν λόγω ποιητή και πεζογράφο ως εκπρόσωπο του Αμερικανικού ρομαντισμού και πρόδρομο της εξέλιξης της αστυνομικής λογοτεχνίας, αφού ο ήρωάς του, ο Ογκύστ Ντυπέν, αποτέλεσε το πρότυπο για τον Σέρλοκ Χολμς και τον Ηρακλή Πουαρό. Τα κείμενα που περιλαμβάνονται επομένως στην ενότητα του Τρόμου, προκαλούν τον φόβο και την αγωνία από τη μια πλευρά μέσω σκηνικών που γεννούν αισθήματα πανικού και από την άλλη δίνοντας την εντύπωση αμφισβήτησης της πραγματικότητας, αφού η παράνοια, οι παραισθήσεις και οι έντονες εμμονές κατέχουν κυρίαρχο ρόλο. Οι ήρωες παλεύουν να καταπολεμήσουν την ψυχική τους αναστάτωση και όπως αναφέρει ο πρωταγωνιστής στο αφήγημα «Η πτώση του Οίκου των Άσερ»: «Σ’ αυτήν την πανικόβλητη, την οικτρή κατάσταση, νιώθω πως αργά ή γρήγορα θα φτάσει η μέρα όπου θα πρέπει να εγκαταλείψω ζωή και λογική, σε κάποια πάλη με το απαίσιο φάντασμα, τον φόβο».

Στη δεύτερη ενότητα του Φανταστικού συγκεντρώνονται τα διηγήματα που περιγράφουν γεγονότα που δεν έχουν συμβεί ή δεν θα μπορούσαν να συμβούν. Βασικός πρωταγωνιστής εδώ είναι η φαντασία και ουσιαστικά το χάρισμα του καλλιτέχνη, αφού όπως σχολιάζεται στην «Ελεονόρα»: «Όσοι ονειροπολούν την ημέρα, συναισθάνονται πράγματα που διαφεύγουν από όσους ονειρεύονται μόνο τη νύχτα. Στα θαμπά τους οράματα συλλαμβάνουν μια φευγαλέα αναλαμπή αιωνιότητας και ξυπνώντας αναριγούν, έχοντας την αίσθηση, ότι μόλις βρέθηκαν στα πρόθυρα ενός μεγάλου μυστικού».

Προχωρώντας στην ενότητα του Μυστηρίου, θα πρέπει να ειπωθεί ότι παρόλο που οι μελετητές εντοπίζουν πρώιμα δείγματα στον Ζαντίγκ του Βολταίρου, το συγκεκριμένο είδος εξελίχθηκε ιδιαίτερα κατά τον 19ο αιώνα εξαιτίας της Βιομηχανικής Επανάστασης που οδήγησε σε αύξηση των αστικών πληθυσμών και κατά συνέπεια της εγκληματικότητας και της βίας. Βασικός πυρήνας είναι πάντοτε μια δολοφονία ή εν γένει κάποιο έγκλημα που απαιτεί να εξιχνιαστεί και στα σχετικά διηγήματα του Πόε εντοπίζεται και ο προαναφερθέντας ήρωας, ο Ογκύστ Ντυπέν.

Στην επόμενη ενότητα της Περιπέτειας περιλαμβάνεται το «Χειρόγραφο σε μπουκάλι», το κείμενο δηλαδή που οι ιστορικοί κατέγραψαν ως εκείνο που χάρισε την αναγνωρισιμότητα στον Αμερικανό λογοτέχνη. Τόσο σε αυτό, όσο και στην «Κάθοδο στο Μάελστρομ» οι ήρωες βιώνουν μια αλλόκοτη περιπέτεια.

Οι δυο τελευταίες ενότητες αφορούν στην Επιστημονική Φαντασία και τη Σάτιρα. Το πρώτο είδος που ξεκίνησε με τον Φρανκεστάιν και συνεχίστηκε με τον Πόε ασχολείται με την πιθανή μελλοντική τεχνολογική και επιστημονική πρόοδο ενώ το δεύτερο που έχει τις ρίζες του στους Λατίνους επιτρέπει στον δημιουργό να καυτηριάσει άτομα ή καταστάσεις που θεωρεί ότι αξίζουν τον σχολιασμό του.

Συνοψίζοντας, θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι στο σύνολο του έργου διαγράφεται η πάλη της ανθρώπινης ψυχής που μάχεται την κατάπτωση, αναζητώντας να βρει το καταφύγιο της και να διαφύγει από τις φοβίες της, έστω και αν όπως γράφει ο ποιητής στο «Κοράκι»:
«Και από τότε το κοράκι εκεί στέκει, εκεί στέκει
θαρρείς πάντα κουρνιασμένο στη μαρμάρινη θεά.
Κι η ματιά του τώρα μοιάζει με δαιμόνου που ρεμβάζει
και η λάμπα τη σκιά του στο δωμάτιο σκορπά
και η ψυχή δεν θα μπορέσει από τούτη τη σκιά
να ξεφύγει – ποτέ πια!»


Ο χώρος της λέσχης:
Οι συναντήσεις γίνονται κάθε μήνα στο καφέ του Μουσείου Μπενάκη (Κουμπάρη 1 & Βασ. Σοφίας, Αθήνα, 2ος όροφος). Η επόμενη δίωρη συνάντηση έχει προγραμματιστεί για το Σάββατο 1η Ιουνίου 2019 στις 16:00-18:00 το απόγευμα και θα συζητηθεί το βιβλίο του Τενεσί Ουίλιαμς "Λεωφορείον ο πόθος". Δηλώστε συμμετοχή στο e-mail. Θα τηρηθεί αυστηρή σειρά προτεραιότητας, λόγω περιορισμένου αριθμού θέσεων.

Lecture Club / meeting #5

Το ηλεκτρονικό περιοδικό Writer's Gang (με αρχισυντάκτρια την Άρια Σωκράτους) και η ιστοσελίδα Βιβλιοσημεία (με αρχισυντάκτρια τη Λιάνα Τζιμογιάννη) ένωσαν τις δυνάμεις και την αγάπη τους για το βιβλίο και ίδρυσαν τη Λέσχη Ανάγνωσης "Lecture Club".


Μάθετε πού και πότε γίνονται οι συναντήσεις στο τέλος του κειμένου!!!


Το Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2019 πραγματοποιήθηκε η πέμπτη συνάντηση της λέσχης και συζητήθηκε το βιβλίο του Καζούο Ισιγκούρο "Μη μ'αφήσεις ποτέ". Συντονίστρια της λέσχης είναι η συγγραφέας Ισμήνη Χαρίλα και τον πολιτισμικό σχολιασμό έχει αναλάβει η ραδιοφωνική παραγωγός Άννα Μουσογιάννη.



Ο σχολιασμός της Ισμήνης Χαρίλα:
Πριν από περίπου έναν χρόνο η ανακοίνωση της κλωνοποίησης δυο πρωτευόντων θηλαστικών από την Κινεζική Ακαδημία Επιστημών έθεσε εκ νέου το ερώτημα για τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει η εφαρμογή της συγκεκριμένης διαδικασίας στο ανθρώπινο είδος. Ο ίδιος προβληματισμός τίθεται και στο δυστοπικό μυθιστόρημα «Μη μ’αφήσεις ποτέ» του Νομπελίστα λογοτέχνη Καζούο Ισιγκούρο, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση της Αργυρούς Μαντόγλου.

Στο εν λόγω πόνημα ο αναγνώστης παρακολουθεί την πορεία τριών παιδιών, της Κάθι, της Ρουθ και του Τόμι, που μεγαλώνουν αρχικά σ’ένα απομονωμένο ίδρυμα της αγγλικής υπαίθρου και στη συνέχεια, μεταφέρονται σε άλλους επιλεγμένους χώρους από εκείνους που έχουν την ευθύνη της επίβλεψής τους. Το κεντρικό πρόσωπο λοιπόν, του κειμένου είναι η Κάθι, η οποία αναλαμβάνει τον ρόλο της αφηγήτριας και εξιστορεί τα βασικά σημεία που όρισαν την ανάπτυξη της ίδιας και των συντρόφων της.

Η ύπαρξη αυτών των παιδιών ευαρεστεί και ταυτόχρονα τρομοκρατεί τον περίγυρό τους. Οι άνθρωποι «δεν τους μισούν, ούτε και εύχονται το κακό τους, αλλά τρέμουν στη σκέψη τους και μόνο -τρέμουν για τον τρόπο που ήρθαν στον κόσμο αλλά και για τον λόγο- και τρέμουν στην ιδέα πως το χέρι τους θα πιάσει το δικό τους».

Αβίαστα και μεθοδικά, ο Ισιγκούρο σχηματίζει ένα ψηφιδωτό, όπου η αναφορά σε λεπτομέρειες της καθημερινότητας των πρωταγωνιστών αποτυπώνει στο έπακρο τη βαρύτητα του ρόλου που τους έχει ανατεθεί, ενώ η ασημαντότητα ποικίλων εικόνων σταθμίζει τη σπουδαιότητα των βιωμάτων τους. Άτομα που δίχως φυσικά να ερωτηθούν, δημιουργήθηκαν και μεγάλωσαν με μια καθορισμένη αποστολή που τους στερεί την ελευθερία βούλησης και τους περιορίζει σ’έναν ασφυκτικό κλοιό μιας κοινωνίας που είναι έτοιμη να τους απορρίψει, παρόλο που βασίζεται σ’εκείνους για την επιβίωσή της.

Το έργο προκαλεί τον αναγνώστη να απαντήσει σε περίπλοκα ερωτήματα και ιδίως σε ηθικά διλήμματα, που προκύπτουν από τις πράξεις της ίδιας της ανθρωπότητας και κυρίως του επιστημονικού χώρου. Πώς διαχωρίζεται το σωστό και το λάθος στον τομέα της επιστήμης και της προόδου; Εάν η πρώτη βασίζεται στη λογική και την έρευνα, που οδηγεί στην τεκμηρίωση των υποθέσεων, έχει τελικά το δικαίωμα να αντιστέκεται στο συναίσθημα; Η Κάθι, η Ρουθ και ο Τόμι με τη στάση τους καταθέτουν τη δική τους οπτική και μολονότι παρατηρείται μια συγκρατημένη συναισθηματική προσέγγιση, εντούτοις υπάρχει η αίσθηση μιας ολοκληρωμένης παλέτας ψυχικών αποχρώσεων.

Η δε επεξήγηση του τίτλου του αφηγήματος, η οποία είναι διαφορετική για την Κάθι και τη Μαντάμ -που είναι μια από τους εκπροσώπους του ιδρύματος- συνοψίζει την αντίθεση ανάμεσα σε μια ουτοπική ευχή και τη δυστοπική πραγματικότητα.

Θέλω - πρέπει - μπορώ - εγώ - οι άλλοι - χρέος - επιθυμία. Πόσο εύκολο είναι για κάποιον να επιλέξει και ποιο είναι το μερίδιο ευθύνης του, όταν συναινεί ή αντιτίθεται σε βήματα που μεταλλάσσουν τη μορφή του κόσμου; Τι συμβαίνει όταν αντικρούεται η ηθική που θα οδηγήσει στη στασιμότητα με την πρόοδο, που όμως ενδέχεται να φέρει επιλήψιμα ψήγματα; Οι απαντήσεις σαφώς απαιτούν σχολαστική και διευρυμένη σκέψη αφού η νοητή γραμμή ανάμεσα στο ορθό και το σφάλμα δεν διαχωρίζεται ουσιαστικά στη θεωρία, αλλά στην πράξη που μορφοποιεί το αποτέλεσμα.


Ο σχολιασμός της Άννας Μουσογιάννη:
Ο Kazuo Ishiguro με το βιβλίο του «Μη με αφήσεις ποτέ» αναμφίβολα μας έκανε μια βουτιά, με σκοπό να διαπιστώσουμε γι' ακόμα μια φορά πόσο ανατριχιαστικά όμορφη μπορεί να είναι η λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας.

Τι αποκαλούμε όμως "Επιστημονική Φαντασία" στη λογοτεχνία; Το είδος αυτό λογοτεχνίας παρουσιάζει μια επινοημένη πραγματικότητα της οποίας η λειτουργία και η φύση διαφέρουν από τον κόσμο της καθημερινής εμπειρίας. Οι ιστορίες, συνήθως, διαδραματίζονται σε ένα φανταστικό-παράλληλο σύμπαν, σε έναν άλλο πλανήτη ή στη γη του μέλλοντος. Είναι μυθοπλασία αλλά δομημένο και διατυπωμένο με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να είναι η ιστορία αληθοφανής. Αυτό επιτυγχάνεται με αναφορές επινοημένες ή γνωστές επιστημονικές αρχές, σε μια δραματική αλλαγή στην οργάνωση της κοινωνίας ή ακόμα σε μια προηγμένη μελλοντική κοινωνία.

Ο Isaac Asimov, επιστήμονας της βιοχημείας και γνωστός συγγραφέας βιβλίων επιστημονικής φαντασίας τον 20ό αιώνα, μας έδωσε το δικό του ορισμό περί τίνος πρόκειται το λογοτεχνικό είδος που ονομάζεται Επιστημονική Φαντασία: «η σύγχρονη επιστημονική φαντασία αποτελεί το μοναδικό λογοτεχνικό είδος στο οποίο θίγονται συστηματικά και συνειδητά η φύση των αλλαγών που έρχονται, οι πιθανές επιπτώσεις και οι λύσεις τους. Η Επιστημονική Φαντασία είναι εκείνο το λογοτεχνικό είδος το οποίο καταπιάνεται με την επίδραση της επιστημονικής προόδου στον άνθρωπο».

Εγώ με τη σειρά μου, θα σας βάλω στο χρονοντούλαπο για να πάρουμε μια γεύση, κάνοντας ένα σύντομο ταξίδι στο παρελθόν, με αφετηρία τη γέννηση της επιστημονικής φαντασίας στον τομέα της λογοτεχνίας που άπλωσε έπειτα τα πλοκάμια της και στον κινηματογράφο.

Κάποια ψήγματα υπήρχαν κατά την αρχαιότητα όπως με την «Οδύσσεια» και το έργο του σατυρικού συγγραφέα Λουκιανού από τα Σαμόσατα το 150μ.Χ., «Αληθινή Ιστορία» όπου περιέγραφε ένα ταξίδι στο διάστημα. Σε αυτό, μας μιλάει για έναν ανεμοστρόβιλο που πήρε το καράβι του Οδυσσέα και το πήγε στο διάστημα όπου μετά από επτά μέρες ταξίδι έφτασε στο φεγγάρι και βρέθηκε σε ένα διαπλανητικό πόλεμο ανάμεσα στο βασιλιά του Ήλιου και το βασιλιά του Φεγγαριού: «Πήγαινε με ένα καράβι που το πήρε ο αέρας για εφτά μερόνυχτα και την όγδοη ημέρα έφτασε στο φεγγάρι».

Ωστόσο, η επιστημονική φαντασία αναγνωρίστηκε αιώνες μετά. Η αρχή έγινε το 19ο αιώνα και συγκεκριμένα το 1818 όπου και κυκλοφόρησε το τολμηρό για την τότε πραγματικότητα το έργο της Mary Shelley «Φράνκεσταϊν» το οποίο άντλησε τρόμο από τα τολμηρά επιστημονικά επιτεύγματα. Το συγκεκριμένο έργο πραγματεύονταν την ιστορία ενός επιστήμονα ο οποίος συνέλεγε κομμάτια από πτώματα και αφού τα συνέδεσε, σχημάτισε ένα ανθρώπινο σώμα και με ηλεκτροσόκ του έδωσε ζωή. Εν συνεχεία μέσα σε όλο αυτό το πλαίσιο επιστήμης και φαντασίας εντάσσονται και τα σκοτεινά κείμενα του Έντγκαρντ Άλλαν Πόε. Ωστόσο, χάρη στα έργα του Ιούλιου Βερν όπως «20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα» και «Ταξίδι στο κέντρο της γης» η επιστημονική φαντασία κατοχυρώθηκε στον κόσμο της λογοτεχνίας.

Εκείνος που της έδωσε όμως μορφή και θεωρείται ο πατέρας της σύγχρονης επιστημονικής φαντασίας είναι ο H.G Wells. Στο έργο του «Η μηχανή που ταξιδεύει στο χρόνο» πραγματεύεται ένα ταξίδι σε κοινωνίες του μέλλοντος. Στο «Νησί του Δόκτωρα Μωρό» μας μιλάει για την ηθική της βιοτεχνολογίας. Στον «Πόλεμο των Κόσμων» μας δείχνει την οπτική μιας εξωγήινης απειλής ενώ στον «Αόρατο άνθρωπο» μας παρουσιάζεται η ιδέα της αορατότητας.

Μια πρόσφατη εξέλιξη του συγκεκριμένου είδους λογοτεχνίας είναι το κυβερνοπανκ (cyberpank), όπου πρόκειται για μια μεταμοντέρνα εκδοχή επιστημονικής φαντασίας και διαδραματίζονται εν μέρει ή εξολοκλήρου εντός μιας εικονικής πραγματικότητας που δημιουργούν δίκτυα υπολογιστών ή υπολογιστές ενώ οι ήρωες τους μπορεί να είναι άνθρωποι ή ρομπότ με τεχνητή νοημοσύνη.

Προκαλεί φόβο, η διαπίστωση ότι τα έργα της επιστημονικής φαντασίας ενώ διαδραματίζονται στον κόσμο της φαντασίας πώς καταφέρνουν και προβλέπουν καταστάσεις στον κόσμο της πραγματικότητας. Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί το έργο του διανοούμενου συγγραφέα Aldous Huxley που το 1932 εξέδωσε το «Θαυμαστό καινούριο κόσμο», ένα δυστοπικό μυθιστόρημα όπου έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου για την επικινδυνότητα των νέων τεχνολογιών. Λαμβάνοντας τα παραπάνω υπ’ όψη δε θα ήθελα να σκεφτώ κατά πόσο το συγκεκριμένο έργο του Kazuo Ishiguro δύναται να βγει αληθινό στο σύντομο ή μακρινό μέλλον.

Ο χώρος της λέσχης:
Οι συναντήσεις θα γίνονται κάθε μήνα στο καφέ του Μουσείου Μπενάκη (Κουμπάρη 1 & Βασ. Σοφίας, Αθήνα, 2ος όροφος). Η επόμενη δίωρη συνάντηση έχει προγραμματιστεί για το Σάββατο 30 Μαρτίου 2019 στις 16:00-18:00 το απόγευμα και θα συζητηθεί το βιβλίο του Έντγκαρ Άλαν Πόε "21 ιστορίες και το κοράκι". Δηλώστε συμμετοχή στο e-mail. Θα τηρηθεί αυστηρή σειρά προτεραιότητας, λόγω περιορισμένου αριθμού θέσεων.

Lecture Club / meeting #4

Το ηλεκτρονικό περιοδικό Writer's Gang (με αρχισυντάκτρια την Άρια Σωκράτους) και η ιστοσελίδα Βιβλιοσημεία (με αρχισυντάκτρια τη Λιάνα Τζιμογιάννη) ένωσαν τις δυνάμεις και την αγάπη τους για το βιβλίο και ίδρυσαν τη Λέσχη Ανάγνωσης "Lecture Club".

Μάθετε πού και πότε γίνονται οι συναντήσεις στο τέλος του κειμένου!!!

Το Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2019 πραγματοποιήθηκε η τέταρτη συνάντηση της λέσχης και συζητήθηκε το βιβλίο του Χέρμαν Έσσε "Ο λύκος της στέπας". Συντονίστρια της λέσχης είναι η συγγραφέας Ισμήνη Χαρίλα και τον πολιτισμικό σχολιασμό έχει αναλάβει η ραδιοφωνική παραγωγός Άννα Μουσογιάννη.


Ο σχολιασμός της Ισμήνης Χαρίλα:
Ο Χάρυ Χάλερ ήταν ένας άνδρας περίπου πενήντα ετών που χαρακτήριζε τον εαυτό του ως Λύκο της Στέπας, «έναν ανικανοποίητο άνθρωπο (...) που είχε δυο φύσεις, μια ανθρώπινη και μια λυκίσια (...) και εξαιτίας της μεταξύ τους θανάσιμης έχθρας, προξενούσε πόνο η μία στην άλλη». Ο Χάρυ εμφανίστηκε ξαφνικά ως ενοικιαστής ενός επιπλωμένου δωματίου και αφού έζησε για δέκα μήνες μοναχικά και δημιουργώντας ένα μυστήριο γύρω από το άτομό του, χάθηκε αφήνοντας πίσω του μόνο ένα πακέτο με χειρόγραφες σημειώσεις που «σήμαιναν κυριολεκτικά το πέρασμα μέσα από την κόλαση, ένα άλλοτε αγχώδες και άλλοτε θαρραλέο πέρασμα μέσα από το χάος ενός σκοτεινού ψυχικού κόσμου, που έγινε με τη θέληση να διασχίσει την κόλαση, να αντιμετωπίσει στα ίσα το χάος και να υπομείνει μέχρι το τέλος το κακό».

Αυτή ακριβώς είναι η αφηγηματική βάση του έργου «Ο Λύκος της Στέπας» του Νομπελίστα λογοτέχνη Hermann Hesse που εκδόθηκε το 1927 και κυκλοφορεί στα ελληνικά και από τις εκδόσεις Γράμματα, σε μετάφραση του Νίκου Μπατσίδη. Ο ήρωας αυτοαποκαλείται λύκος της στέπας «ένα περιπλανώμενο θηρίο, μέσα σ’ έναν ξένο και ακατανόητο κόσμο, που δεν μπορεί πια να βρει την πατρίδα του, την τροφή και τον αέρα του». Ποθεί τον θάνατο γιατί δεν μπορεί να αγγίξει την ευτυχία κοντά στους ανθρώπους και καθώς αυτοπροσδιορίζεται, παραθέτει σταδιακά τους συλλογισμούς του γύρω από την έννοια της ανθρώπινης ύπαρξης και της ψυχικής υπόστασης και ως εκ τούτου κάθε σελίδα του κειμένου αποτελεί μια πραγματολογική και ψυχαναλυτική ανάλυση που γεννά άπειρα ερωτήματα και τροφοδοτεί νέους στοχασμούς.

Ο άνθρωπος ορίζεται «ως ένα πείραμα και μια υπέρβαση (...) η στενή και επικίνδυνη γέφυρα ανάμεσα στη φύση και το πνεύμα» και το ίδιο το αφήγημα είναι μια γέφυρα ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο, το απτό και το άυλο, τη λογική και τη σχιζοφρένεια. Οι μορφές του ανθρώπου και του λύκου συνυπάρχουν στην ίδια οντότητα και ο πρώτος ως μέλος της κοινότητας και του συνόλου αντιπαραβάλλεται στον δεύτερο που αγαπά τη μοναξιά και εκφράζει την ατομικότητά του. Ενώ η κοσμικότητα αντιτίθεται στην απομόνωση και η δέσμευση στην ελευθερία, ο συγγραφέας καταθέτει τη συλλογιστική του για την αστική τάξη, την αλλαγή της εποχής του (ας μην ξεχνάμε ότι είναι η περίοδος ανάμεσα στους δυο παγκοσμίους πολέμους), τη μεταβολή ιδεών και τη γήρανση της Ευρώπης.

Ο Χάρυ αποδοκιμάζει τον αστικό τρόπο ζωής, δίχως να διστάζει να προχωρήσει στην αυτοκριτική του και παρόλο που επιζητά τον πόνο που θα τον οδηγήσει στον θάνατο, προσπαθεί να νικήσει τον πεσιμισμό του και να βρει τον λόγο που θα τον κρατήσει ζωντανό. Ο δημιουργός -έχοντας βιώσει τη σχιζοφρένεια τόσο σε προσωπικό επίπεδο, όσο και μέσω της συζύγου του- καταλήγει στην άποψη ότι «όπως η τρέλα (...) είναι η απαρχή της σοφίας, έτσι και η σχιζοφρένεια είναι η απαρχή της τέχνης και της φαντασίας».

Το συναίσθημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα -στοιχείο που παραπέμπει και στην επιρροή από τον γερμανικό ρομαντισμό- και η επιστήμη συναντά την ινδική και κινεζική φιλοσοφία κατά την απόπειρα ανάλυση της πολυπλοκότητας της ψυχής, που στον σύγχρονο κόσμο εκφράζεται από τη λογοτεχνία. «Ο Λύκος της Στέπας» είναι επομένως ένα έργο που «απαιτεί» από το κοινό να μην σταθεί στην πρώτη ανάγνωση, αλλά να εμβαθύνει σε θεματικές που ενδέχεται και να απορρίπτονται με την πρόφαση της ματαιότητας.


Ο χώρος της λέσχης:
Οι συναντήσεις θα γίνονται κάθε μήνα στο καφέ του Μουσείου Μπενάκη (Κουμπάρη 1 & Βασ. Σοφίας, Αθήνα, 2ος όροφος).

Η επόμενη δίωρη συνάντηση έχει προγραμματιστεί για το Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2019 στις 16:00-18:00 το απόγευμα και θα συζητηθεί το βιβλίο του  Καζούο Ισιγκούρο "Μη μ'αφήσεις ποτέ". Δηλώστε συμμετοχή στο e-mail. Θα τηρηθεί αυστηρή σειρά προτεραιότητας, λόγω περιορισμένου αριθμού θέσεων. Σε περίπτωση κακοκαιρίας, η συνάντηση θα μεταφερθεί στον εσωτερικό χώρο του καφέ.

Lecture Club / meeting #3

Το ηλεκτρονικό περιοδικό Writer's Gang (με αρχισυντάκτρια την Άρια Σωκράτους) και η ιστοσελίδα Βιβλιοσημεία (με αρχισυντάκτρια τη Λιάνα Τζιμογιάννη) ένωσαν τις δυνάμεις και την αγάπη τους για το βιβλίο και ίδρυσαν τη Λέσχη Ανάγνωσης "Lecture Club".

Μάθετε πού και πότε γίνονται οι συναντήσεις στο τέλος του κειμένου!!!

Το Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2018 πραγματοποιήθηκε η τρίτη συνάντηση της λέσχης και συζητήθηκε το βιβλίο του Εμίλ Ζολά "Νανά". Συντονίστρια της λέσχης είναι η συγγραφέας Ισμήνη Χαρίλα και τον πολιτισμικό σχολιασμό έχει αναλάβει η ραδιοφωνική παραγωγός Άννα Μουσογιάννη.

Ο σχολιασμός της Ισμήνης Χαρίλα:
Το 1848 εκδίδεται η «Κυρία με τις Καμέλιες» του Αλέξανδρου Δουμά (υιού) με βασικό θέμα τον καταδικασμένο έρωτα της φημισμένης εταίρας του Παρισιού Μαργαρίτας Γκωτιέ και του νεαρού Αρμάνδου Ντυβάλ.

Το 1920 η Κωλέτ παραδίδει στο αναγνωστικό κοινό τον «Αγαπημένο» που περιγράφει την ερωτική σχέση ανάμεσα σε μια πλούσια εταίρα σαράντα εννιά ετών, την Λεά ντε Λονβάλ και τον κατά εικοσιτέσσερα χρόνια μικρότερό της, τον Chéri, ή κατά κόσμον Φρεντ Πελού.

Ενώ στο πρώτο έργο υπάρχει η σύγκρουση των πεποιθήσεων της επονομαζόμενης καλής και ενάρετης κοινωνίας και του περιθωριακού κόσμου, στο δεύτερο οι ήρωες ανήκουν στο ίδιο περιβάλλον χωρίς ετερόκλητες προσεγγίσεις. Η Μαργαρίτα Γκωτιέ για τους συμπολίτες της δεν είναι «η γυναίκα που είχε μια αθωότητα μέσα της», όπως αποφαίνεται ο Αρμάνδος, αλλά εκείνη που κρατά πάντοτε ένα μπουκέτο καμέλιες που υποδηλώνουν με το άσπρο ή το κόκκινο χρώμα τους τη διαθεσιμότητά της για τους εραστές της. Η Λεά αντίθετα στην αλλαγή του αιώνα και απαλλαγμένη από πουριτανισμούς, διεκδικεί το δικαίωμα κάθε γυναίκας να ορίζει το σώμα της και να είναι ανεξάρτητη.

Ανάμεσα σε αυτά τα δυο μυθιστορήματα επομένως, δημοσιεύτηκε το 1880 η «Νανά» του Εμίλ Ζολά, μια πόρνη που εξελίσσεται σ’εταίρα και στο γυναικείο σεξουαλικό πρότυπο, που οδηγεί στην απόλυτη καταστροφή κάθε άνδρα που την προσεγγίζει. Εμπνευσμένος από την «Ανθρώπινη Κωμωδία» του Μπαλζάκ, ο Ζολά επιχείρησε να μελετήσει την επιρροή του περιβάλλοντος στο άτομο και γι’αυτό από το 1871 έως το 1893 έγραψε 20 μυθιστορήματα που αποτελούν το σύνολο της κληρονομικής αναφοράς της οικογένειας «Ρουζόν Μακάρ». "Η Νανά" αποτελεί το ένατο πόνημα και ο Ζολά περιγράφει το Παρίσι κατά την περίοδο της Δεύτερης Αυτοκρατορίας, υπό την διακυβέρνηση του Ναπολέοντα Γ’.

Ηρωίδα είναι ένα δεκαοχτάχρονο κορίτσι που μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια και την εξαθλίωση και σύντομα κατέληξε στην πορνεία. Η αφήγηση της ιστορίας ξεκινά το 1868, όταν η Νανά κάνει το ντεμπούτο της στο θέατρο στον ρόλο της Ξανθιάς Αφροδίτης. Ατάλαντη και δίχως τις απαραίτητες γνώσεις δεν θα μπορούσε ποτέ να διεκδικήσει μια θέση στον θίασο, αν δεν είχε ένα σώμα που γεννά τον ακόρεστο πόθο. Εμφανίζεται γυμνή στη σκηνή, κερδίζει τον θαυμασμό και από το πρώτο κιόλας λεπτό δίνει το στίγμα της ως ένα «αρπακτικό που κατασπαράζει τους άνδρες». Ουδείς μπορεί να της αντισταθεί και εκείνη τους χρησιμοποιεί όλους για να κερδίσει ό,τι επιθυμεί. Συναντά άνδρες που είναι πρόθυμοι να της χαρίσουν την αληθινή ευτυχία, εκείνη όμως -κενή και επιπόλαιη- τους εγκαταλείπει και ακολουθεί έναν ηθοποιό, ο οποίος την κακοποιεί και την ωθεί ξανά στο πεζοδρόμιο. Εντελώς αδύναμη, επιλέγει να σταθεί στα πόδια της, κατορθώνει να ξεφύγει και να ξαναγυρίσει στους κύκλους των αριστοκρατών. Αυτή τη φορά, η δίψα της είναι ακόρεστη τόσο για τους εραστές, αλλά και τις ερωμένες της, όσο και για τη συσσώρευση χρημάτων. Σταδιακά γίνεται η αιτία είτε του οικονομικού αφανισμού, είτε ακόμη και του θανάτου των χρηματοδοτών της. Όταν δε συνειδητοποιεί ότι οι τελευταίοι αδυνατούν πλέον να καλύψουν τις σπατάλες της, εξαφανίζεται. Κανείς δεν γνωρίζει πού πήγε και οι φήμες αναφέρονται στο Κάιρο και τη Ρωσία, ώσπου μαθαίνουν ότι επέστρεψε και ότι βρίσκεται σε ένα ξενοδοχείο πλούσια μεν, αλλά ετοιμοθάνατη από ευλογιά, που κόλλησε από τον γιο της. Η αυλαία της υπόθεσης κλείνει με τον θάνατό της και την κήρυξη του Γαλλο-Πρωσικού πολέμου του 1870.

Ο Ζολά επομένως, μέσω της Νανάς, θίγει την ανηθικότητα και την υποκρισία, όπου όλοι κινούνται γύρω από την εξωτερική εικόνα και όχι την πραγματική αντανάκλαση. Άνθρωποι που, ενώ υποστηρίζουν την εντιμότητα, παραδίδονται στη λαγνεία και τις εντολές της σάρκας, αδυνατώντας να επιβάλλουν τη λογική στα πάθη τους.

«Στους μεθύστακες των συνοικισμών, η μαύρη φτώχεια, το άδειο τσουκάλι, η τρέλα του ποτού ήταν που άδειαζαν το πουγκί και κατέστρεφαν τελικά τις οικογένειες. Εδώ το βαλς αυτό σήμαινε το τέλος (...) η Νανά (...) προκαλώντας τελικά την αποσύνθεση αυτού του κόσμου».

Μέσω των λεπτομερειακών περιγραφών, χαρακτηριστικό του Νατουραλισμού, ο Ζολά προσδίδει όλη τη σήψη και τον εκφυλισμό της κοινωνίας, δίχως να διστάσει να ξεσκεπάσει τη βρωμιά και τη λάσπη που την καλύπτει. Η Νανά απομυζά τους εραστές της και οι υπηρέτες κλέβουν την ίδια σ’έναν ατέρμονο κύκλο εξαπάτησης, που εμπεριέχει τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα: την οκνηρία, την αλαζονεία, τη λαιμαργία, τη λαγνεία, την απληστία, την οργή και τη ζηλοφθονία.

Όλοι υπηρετούν το δίπτυχο "χρήμα και σεξουαλικότητα" και η φαυλότητα διαποτίζει κάθε κύτταρο, ιδίως της Νανάς που δεν παραδέχεται καν την ενοχή της:
«Τα βάζουν με τις γυναίκες, όταν είναι οι ίδιοι οι άνδρες που τις βάζουν να τα κάνουν όλα αυτά (...). Αν δεν υπήρχαν αυτοί, θα ήμουν σε κανένα μοναστήρι να προσεύχομαι (...) Και πάλι αυτοί φταίνε! Εγώ δεν φταίω σε τίποτα

Η υποτιθέμενη άγνοια και η αποποίηση της ευθύνης μετατρέπουν συνεπώς αυτήν τη γυναίκα σε ένα σύμβολο, που αντικατοπτρίζει την εποχή της. Ένα όμορφο σαρκίο, που εσωκλείει οτιδήποτε άσχημο και διαλύεται από την ασθένεια, όπως και η Γαλλία από τον πόλεμο.
«Η αποσύνθεση της Αφροδίτης. (...) Το σκουλήκι εκείνο με το οποίο είχε δηλητηριάσει έναν ολόκληρο λαό, φαίνεται ότι τώρα είχε ανέβει στο πρόσωπο και της το σάπιζε».


Ο σχολιασμός της Άννας Μουσογιάννη:
«Η Νανά ήταν βυθισμένη στον ναρκισσισμό της... Άρχισε να παρατηρεί άλλα μέρη του κορμιού της διασκεδάζοντας, κυριευμένη ξανά απ'τη νοσηρή, παιδική της περιέργεια. Ξαφνιαζόταν κάθε φορά που κοίταζε το κορμί της στον καθρέφτη... Αργά-αργά άνοιξε τα μπράτσα της για να προτείνει τον κορμό της, έναν κορμό εύσαρκης Αφροδίτης. Λύγισε τη μέση, παρατηρώντας το σώμα της μπρος και πίσω, σταματώντας λίγο στο προφίλ του στήθους και στις φευγαλέες καμπύλες των μηρών... Άρχισε να διασκεδάζει μ'ένα παράξενο παιχνίδι, να λικνίζεται, μια δεξιά, μια αριστερά, με τα γόνατα ανοιχτά συστρέφοντας το κορμί πάνω στους γοφούς, μ' εκείνο το συνεχές τρεμούλιασμα της Ανατολίτισσας χορεύτριας, που χορεύει τον χορό της κοιλιάς... Κι από πίσω, καθώς ο κότσος της είχε λυθεί, τα ξανθά της μαλλιά σκέπαζαν την πλάτη της σαν χαίτη λιονταριού».
-Εμίλ Ζολά, "Νανά"-

Ο Εμίλ Ζολά θεωρείται ως ο θεμελιωτής και αυτός εισήγαγε το νατουραλισμό (ή φυσιοκρατία), όπου αναπτύχθηκε στη Γαλλία τα τέλη του 19ου αιώνα και αρχές του 20ού. Τι όμως είναι ο νατουραλισμός και ποια τα βασικά χαρακτηριστικά του;

Ο νατουραλισμός ήταν η συνέχεια του ρεαλισμού και απεικονίζει την πραγματικότητα με μεγαλύτερη ακρίβεια. Πιο συγκεκριμένα, είναι ένας μυθοπλαστικός τρόπος που καλλιέργησε μια σχολή συγγραφέων ακολουθώντας μια συγκεκριμένη φιλοσοφική θέση. Η φιλοσοφική αυτή τοποθέτηση είναι απόρροια της μεταδαρβινικής βιολογίας του 10ου αιώνα, που υποστήριζε ότι ο άνθρωπος βιώνει την ύπαρξή του, αποκλειστικά μέσα στην τάξη της φύσης και ότι δε διαθέτει ψυχή, ούτε έχει κάποιου άλλου είδους συμμετοχή σε ένα θρησκευτικό ή πνευματικό κόσμο πέραν του φυσικού. Συνεπώς, ο άνθρωπος είναι ένα ζώο υψηλότερης τάξης, που η συμπεριφορά του καθορίζεται από δύο δυνάμεις: από το περιβάλλον και την κληρονομικότητα.

Ο φιλόσοφος, κριτικός και ιστορικός Ιππόλυτος Τάιν (1828-1893) στοχεύει να ανακαλύψει τους νόμους που καθορίζουν, σύμφωνα με το σχήμα αίτιο-αποτέλεσμα, και τη λογοτεχνία όπως ένα ζωντανό οργανισμό. Συνεπώς, διατυπώνει τη θεωρία ότι η φυλή, το περιβάλλον και η στιγμή προκαθορίζουν και τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά και την εξέλιξη της λογοτεχνίας αυτής (Εισαγωγή στην ιστορία της αγγλικής λογοτεχνίας 1863-1864).

Σε αυτό το σημείο, αξίζει να αναφερθεί και το έργο των αδελφών Έντμοντ και Ζυλ ντε Γκονγκούρ, οι οποίοι εκδίδουν το έργο τους «Ζερμινί Λασερτέ» και όπου εμφανίζονται για πρώτη φορά δύο από τα χαρακτηριστικά του νατουραλισμού: ηρωίδα είναι μια υπηρέτρια, πρόσωπο δηλαδή προερχόμενο από κατώτερα, λαϊκά στρώματα και επιπλέον η συμπεριφορά της μελετάται χωρίς προκατάληψη και ανατέμνεται από γραφίδα, που δεν διαφέρει από το φακό του κλινικού γιατρού, του ανατόμου ή του βιολόγου.

Σύμφωνα με τους νατουραλιστές, ένα άτομο κληρονομεί ισχυρά ένστικτα -ιδιαίτερα αυτά της παρόρμησης να συγκεντρώνει υλικά αγαθά, τη σεξουαλικότητα και την πείνα- και έπειτα, υπόκειται στις οικονομικές και κοινωνικές δυνάμεις που αναπτύσσονται στο ανθρώπινο περιβάλλον, στην οικογένεια και στην κοινωνική τάξη. Ο Ζολά, εφάρμοσε τη θεωρία αυτή στο επονομαζόμενο από τον ίδιο «πειραματικό μυθιστόρημα». Αυτό σημαίνει ότι το μυθιστόρημα είναι οργανωμένο κατά τον τρόπο επιστημονικού πειράματος όπου εξετάζει με "sec-a-sec" γραφή τη συμπεριφορά των χαρακτήρων.

«Ο μυθιστοριογράφος είναι καμωμένος από έναν παρατηρητή και έναν πειραματιστή» (Εμίλ Ζολά, "Το πειραματικό μυθιστόρημα").

Ο ίδιος φιλοδοξεί να δώσει στο νατουραλισμό τον χαρακτήρα της επιστημονικής μάθησης και στους συγγραφείς το εργαλείο μιας αυστηρής μεθόδου. Ο παρατηρητής, δηλαδή, επιλέγει το θέμα του όπως π.χ. ο αλκοολισμός και έπειτα διατυπώνει την υπόθεσή του, π.χ. στα αίτια που τον οδήγησαν και που κατέληξε.

Εν ολίγοις, στο νατουραλισμό υπάρχει αποδόμηση της πραγματικότητας, πέραν πάσας φύσης συναισθήματος και εστιάζει στην καταγραφή της στυγνής πραγματικότητας, αποφεύγοντας όποια ωραιοποίηση. Γι'αυτό το λόγο υπάρχει και υπερβολικά λεπτομερής απόδοση της πραγματικότητας, ακόμα και αν οι σκηνές αυτές είναι βίαιες, ενώ συχνά το τέλος είναι τραγικό, αφού ο ήρωάς του οδηγείται στην καταστροφή του. Συνήθως τα έργα αυτά έχουν να κάνουν με την κοινωνική εξαθλίωση και γενικότερα τις απαράδεκτες συνθήκες ζωής. Οι νατουραλιστές συνήθως επιλέγουν θέματα που έχουν να κάνουν με το περιθώριο και την εξαθλίωση. Έτσι, οι ήρωες είναι απόκληροι της κοινωνίας, θύματα, αδικημένοι, άνθρωποι του υποκόσμου και απόκληροι. Ένα παράδειγμα νατουραλιστικής γραφής είναι το έργο του Καρκαβίτσα «Ο Ζητιάνος».


Ο χώρος της λέσχης:
Οι συναντήσεις θα γίνονται κάθε μήνα στο καφέ του Μουσείου Μπενάκη (Κουμπάρη 1 & Βασ. Σοφίας, Αθήνα, 2ος όροφος).

Η επόμενη δίωρη συνάντηση έχει προγραμματιστεί για το Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2019 στις 16:00-18:00 το απόγευμα και θα συζητηθεί το βιβλίο του  Χέρμαν Έσσε "Ο λύκος της στέπας". Δηλώστε συμμετοχή στο e-mail. Θα τηρηθεί αυστηρή σειρά προτεραιότητας, λόγω περιορισμένου αριθμού θέσεων. Σε περίπτωση κακοκαιρίας, η συνάντηση θα μεταφερθεί στον εσωτερικό χώρο του καφέ.

Lecture Club / meeting #2

Το ηλεκτρονικό περιοδικό Writer's Gang (με αρχισυντάκτρια την Άρια Σωκράτους) και η ιστοσελίδα Βιβλιοσημεία (με αρχισυντάκτρια τη Λιάνα Τζιμογιάννη) ένωσαν τις δυνάμεις και την αγάπη τους για το βιβλίο και ίδρυσαν τη Λέσχη Ανάγνωσης "Lecture Club".


Μάθετε πού και πότε γίνονται οι συναντήσεις στο τέλος του κειμένου!!!


Στη δεύτερη συνάντησή τους -το Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2018- τα μέλη της Λέσχης συζήτησαν για το βιβλίο της Περλ Μπακ "Η μάνα". Συντονίστρια της λέσχης είναι η συγγραφέας Ισμήνη Χαρίλα και τον πολιτισμικό σχολιασμό έχει αναλάβει η ραδιοφωνική παραγωγός Άννα Μουσογιάννη.



Ο σχολιασμός της Ισμήνης Χαρίλα:
Πατριαρχία έναντι μητροκεντρισμού, πίστη στην παράδοση έναντι επιθυμίας αλλαγής, δέσμευση έναντι ελευθερίας, πειθαρχία έναντι αποτίναξης εξαναγκαστικών θεσμών, αγάπη έναντι φθόνου, υποχρέωση έναντι δικαιωμάτων. Αυτοί είναι ορισμένοι από τους βασικούς πυλώνες που συνθέτουν τη «Μάνα» της Πέρλ Μπακ που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1933 και κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Γκοβόστη και σε μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου.

Η ιστορία τοποθετείται χρονικά στην Κίνα στις αρχές του εικοστού αιώνα και η Μπακ – έχοντας περάσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής της στη χώρα αυτή, αφού τόσο οι γονείς της, όσο και εκείνη υπηρέτησαν στην ιεραποστολική κοινότητα – περιγράφει την καθημερινότητα μιας οικογένειας και όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν.

Η κεντρική ηρωίδα είναι μια ανώνυμη μητέρα που ζει σε μια αγροτική επαρχία και καλείται να αναλάβει εξ’ ολοκλήρου την ευθύνη της επιβίωσης των παιδιών της και της πεθεράς της, έπειτα από την εγκατάλειψη του συζύγου της. Η ίδια είναι μια γυναίκα που έχει διδαχθεί να σηκώνει τα βάρη του ρόλου της και να εργάζεται αδιάκοπα στο σπίτι και στα χωράφια. Αγράμματη και αγνοώντας την πολιτιστική εξέλιξη, δεν επιζητά τίποτα περισσότερο από αυτά που της προσφέρουν οι μονότονες ημέρες της και ικανοποιείται με το ελάχιστο.

Στον αντίποδα, ο άνδρας της λαχταρά για οτιδήποτε νέο και διαφορετικό. Ο γάμος δεν ήταν γι’ αυτόν παρά μια αναγκαστική συμφωνία που του επέβαλλε η κοινωνία και τα παιδιά του δεν «είχανε γι’ αυτόν τίποτα καινούριο (…) τίποτα καινούριο να προσμένει». Γι’ αυτό ακριβώς φεύγει, όχι όμως ως κάποιος που τολμά να αποκαλύψει τις προθέσεις του, αλλά σαν ένας δειλός δραπέτης, σαν ένα σύννεφο που δρόσισε το χώμα, αλλά αδυνατεί να σταθεί ακίνητο στο ίδιο σημείο.

Από εκείνη τη στιγμή, η γυναίκα του σφίγγει τις γροθιές της, στηρίζεται στις δικές της δυνάμεις και προχωρά άλλοτε με σωστά βήματα και άλλοτε ισορροπώντας στα στραβοπατήματά της.

Τα χρόνια κυλούν και καθώς η συγγραφέας αφηγείται τη ζωή της μάνας, θίγει σημαντικά ζητήματα της εποχής και του τρόπου διαβίωσης των φτωχών αγροτών, όπως η έλλειψη υγιεινής και παιδείας, η ανθρώπινη εκμετάλλευση, η θέση των γυναικών, η άγνοια καταπολέμησης και ίασης ασθενειών, η προκατάληψη και η δεισιδαιμονία.

Παράλληλα οι οικογενειακοί δεσμοί εγκλωβίζουν και καταπνίγουν τις επιθυμίες, ενώ τα όνειρα θυσιάζονται στον βωμό της μικροπρεπούς και κοντόφθαλμης αντιληπτικής αποσαφήνισης που καταστέλλει κάθε πιθανότητα παρέκκλισης.

Οι άνθρωποι εξαναγκάζονται να ψεύδονται, να υποκρίνονται, να μην μαρτυρούν την αλήθεια ούτε καν στον εαυτό τους, αφού όλα λογοκρίνονται από την αμάθεια και την τυφλή υπακοή στις επιταγές της θρησκείας και του Κράτους. Όπως δηλαδή και στα έργα που εξελίσσονται στις χώρες της Δύσης, ομοίως και στη μακρινή Ανατολή, από τη μια πλευρά οι θρησκευτικοί ηγέτες τρομοκρατούν τους πιστούς με την τιμωρία της αμαρτίας και από την άλλη οι κυβερνώντες εκτελούν όσους εκφράζουν την πολιτική αντίθεσή τους, όπως οι κομμουνιστές.

Μέσω της γρήγορης αφήγησης που αποτυπώνεται και από την εξαιρετική μεταφραστική απόδοση του κειμένου, η βραβευμένη με Πούλιτζερ (1932) και Νόμπελ (1938) Περλ Μπακ μετασυνθέτει επομένως τα γεγονότα σε σκέψεις και πολύπλοκα ερωτήματα, αφού η ίδια η ζωή επιβεβαιώνει ή αναιρεί τις επιλογές της μάνας που αγωνίζεται να διαλέξει το σωστό, αν και πολλές φορές δρα βιαστικά και υπό πίεση.

Η δημιουργός δεν διατυπώνει προσωπική άποψη για τις πράξεις των ηρώων και δεν τους αγιοποιεί, αλλά ούτε και τους δαιμονοποιεί. Με λεπτή αίσθηση του χιούμορ και με αρκετούς συμβολισμούς ξεδιπλώνει την ιστορία και επιτρέπει στον αναγνώστη να κατανοήσει τις αντιδράσεις των πρωταγωνιστών και ιδίως της Μάνας που είναι ο συνδετικός κρίκος με το παρελθόν και το παρόν και εκείνη που θα γεννήσει και θα μεγαλώσει τα παιδιά που θα διαιωνίσουν το ανθρώπινο είδος και θα σηκώσουν την αυλαία στο μέλλον.

Ο χώρος της λέσχης:
Οι συναντήσεις θα γίνονται κάθε μήνα στο καφέ του Μουσείου Μπενάκη (Κουμπάρη 1 & Βασ. Σοφίας, Αθήνα, 2ος όροφος).

Η επόμενη δίωρη συνάντηση έχει προγραμματιστεί για το Σάββατο 1 Δεκεμβρίου στις 16:00-18:00 το απόγευμα και θα συζητηθεί το βιβλίο του Εμίλ Ζολά "Νανά". Δηλώστε συμμετοχή στο e-mail. Θα τηρηθεί αυστηρή σειρά προτεραιότητας, λόγω περιορισμένου αριθμού θέσεων.

Σε περίπτωση κακοκαιρίας, η συνάντηση θα μεταφερθεί στον εσωτερικό χώρο του καφέ.

Lecture Club / meeting #1

Το ηλεκτρονικό περιοδικό Writer's Gang (με αρχισυντάκτρια την Άρια Σωκράτους) και η ιστοσελίδα Βιβλιοσημεία (με αρχισυντάκτρια τη Λιάνα Τζιμογιάννη) ένωσαν τις δυνάμεις και την αγάπη τους για το βιβλίο και ίδρυσαν τη Λέσχη Ανάγνωσης "Lecture Club".

Η Λέσχη ξεκίνησε ήδη τις συναντήσεις της και στις 22 Σεπτέμβρη 2018 συζητήθηκε το βιβλίο του Ονορέ ντε Μπαλζάκ "Ο μπαρμπα-Γκοριό". Συντονίστρια της λέσχης είναι η συγγραφέας Ισμήνη Χαρίλα και τον πολιτισμικό σχολιασμό έχει αναλάβει η ραδιοφωνική παραγωγός Άννα Μουσογιάννη. Μάθετε πού και πότε γίνονται οι συναντήσεις στο τέλος του κειμένου!!!

Ο σχολιασμός της Ισμήνης Χαρίλα:
Στην «Ευγενία Γκραντέ» ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ επικεντρώνεται στη φιλαργυρία του πατέρα της ηρωίδας και στις κακουχίες στις οποίες υποβάλλει την οικογένειά του παρασυρόμενος από το πάθος του για την αύξηση της περιουσίας του, ενώ στον «Μπαρμπα-Γκοριό» δημιουργεί έναν εκ διαμέτρου αντίθετο χαρακτήρα, έναν πατέρα που αφιερώνει την ύπαρξή του στην ευτυχία των θυγατέρων του.
Το έργο -που πρωτοεμφανίστηκε το 1835 στο «Revue de Paris» και εκδόθηκε ως βιβλίο το 1842- ανήκει στις «Σκηνές της Ιδιωτικής Ζωής» και περιλαμβάνεται και αυτό στην «Ανθρώπινη Κωμωδία», τη συλλογή δηλαδή μυθιστορημάτων του δημιουργού με τα οποία παρουσιάζει και σχολιάζει τη Γαλλική κοινωνία κατά τις περιόδους της Παλινορθώσεως μετά την πτώση του Ναπολέοντα και της Ιουλιανής Μοναρχίας.
Ο κεντρικός ήρωας είναι ένας από τους ενοίκους της Πανσιόν Βωκέ, ένας άνδρας εξήντα εννέα ετών που δεν ζει, παρά για να βλέπει τις κόρες του ευτυχισμένες. Η αφήγηση της ιστορίας ξεκινά το 1819 και παρόλο που ο πρωταγωνιστής κατοικεί ήδη έξι χρόνια στην πανσιόν, κανένας δεν γνωρίζει ότι η σταδιακή μείωση της περιουσίας του οφείλεται στη διαρκή αφαίμαξή της από τις κόρες και τους γαμπρούς του. Εκείνος, ανενδοίαστα, περιορίζει τις ανάγκες του στα απολύτως απαραίτητα και προσφέρει στα παιδιά του ό,τι έχει, παρόλο που δεν αποδέχεται από αυτά παρά μόνο την αδιαφορία τους. Παράλληλα οι υπόλοιποι ένοικοι, αγνοώντας το μυστικό του, προχωρούν στο αυθαίρετο συμπέρασμα ότι είναι ένας έκλυτος γέρος που συναναστρέφεται νεαρές κοπέλες και από «Κύριο Γκοριό» τον αποκαλούν πλέον ειρωνικά «Μπαρμπα-Γκοριό». Η αλήθεια θα αποκαλυφθεί όταν ένας νεαρός φοιτητής της νομικής, ο Ραστινιάκ, που κατοικεί στην ίδια πανσιόν, θα γνωρίσει τυχαία και θα ερωτευτεί μία από τις δυο κόρες του.
Μέσω επομένως της εξέλιξης των γεγονότων, αλλά και των πράξεων των ηρώων ο Μπαλζάκ θα επιτύχει να σχολιάσει βασικά θέματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Το χρήμα δεν είναι απλώς ένα μέσο επιβίωσης, αλλά ο βασικός ρυθμιστής της κοινωνίας και η άποψη των ανθρώπων γι’ αυτό καθορίζει και τις αντιδράσεις τους. Ο αναγνώστης παρατηρεί συνεπώς την χήρα Βωκέ, την ιδιοκτήτρια της Πανσιόν, να απορρίπτει την απόφασή της να παντρευτεί τον πλούσιο Γκοριό, όταν εκείνος καταλήγει φτωχός. Ο δε Βωτρέν -γνωστός εγκληματίας στην Αστυνομία, ως «Trompe La Mort», δηλαδή εκείνος που ξεγελάει τον θάνατο- δεν διστάζει να διαπράξει ακόμη και φόνο για να αποκομίσει κέρδος, ενώ οι κόρες του Γκοριό θα προτιμήσουν να παρευρεθούν σε κοινωνικές εκδηλώσεις, παρά να σταθούν κοντά στον πατέρα τους την ώρα του θανάτου του και της κηδείας του. Ακόμη και οι συνοικίες του Παρισιού διακρίνονται σε αυτές των φτωχών και των πλουσίων και κάθε δραστηριότητα -από το μέσο μετακίνησης έως το φαγητό- χαρακτηρίζει και ταξινομεί τους πολίτες.
Σε αντιδιαστολή με τον υλισμό, ο δημιουργός προβάλλει τα συναισθήματα και τις οικογενειακές σχέσεις. Στην εκδήλωση αγάπης της μητέρας και των αδελφών του Ραστινιάκ, αλλά και εκείνης του Γκοριό, αντιτίθεται η αναλγησία των θυγατέρων του τελευταίου, καθώς και η επίπλαστη οικογενειακή ευτυχία που ισορροπεί σε εξωσυζυγικές σχέσεις.
Εάν λοιπόν στην «Ευγενία Γκραντέ», ο Μπαλζάκ υποστήριζε ότι μοίρα των γυναικών είναι να νιώθουν, να αγαπούν, να υποφέρουν και να αφιερώνονται, στον «Μπαρμπα-Γκοριό» σχολιάζει ότι οι γυναίκες αναζητούν τους φιλόδοξους άνδρες, γιατί αισθάνονται ευτυχισμένες όταν είναι δυνατές. Επιπρόσθετα ο εγωισμός, η αχαριστία, η ματαιοδοξία, η διαφθορά και το ψέμα αντιμάχονται την αυταπάρνηση, την ευγνωμοσύνη, τη σεμνότητα, την αθωότητα και την αλήθεια και αντιπροσωπεύονται τόσο από τα γυναικεία, όσο και από τα ανδρικά αφηγηματικά πρόσωπα. Η λεπτομερειακή περιγραφή εντοπίζεται φυσικά και σε αυτό το πόνημα του Γάλλου δραματουργού, αφού ο ίδιος είχε εξηγήσει ότι το σκηνικό εξηγεί ή / και ωθεί πολλές φορές τις δράσεις και τις αντιδράσεις.
Η δε ρεαλιστική απεικόνιση της πραγματικότητας, που είναι ένα από τα βασικά στοιχεία του λογοτεχνικού κινήματος του Ρεαλισμού που εκπροσωπεί ο Μπαλζάκ, είναι εμφανής σε ολόκληρο το κείμενο, καθώς επίσης και η οργάνωση της πλοκής που δεν επιζητά το εξωπραγματικό, αλλά αποδέχεται τη φυσική νομοτέλεια. 
Τέλος, είναι σημαντικό το γεγονός ότι ο Γκοριό ενδόμυχα γνωρίζει ότι οι κόρες του δεν τον αγαπούν, αφού ο ίδιος σχολιάζει λίγο πριν το τέλος του «Δεν με αγαπούν! Δεν με αγάπησαν ποτέ! Αυτό είναι ξεκάθαρο!». Είναι επομένως η έλλειψη του μέτρου, η άνευ ορίων προσφορά, η άποψή του πως ένας πατέρας πρέπει να θυσιάζεται και η λατρεία του για τα παιδιά του που τον οδήγησαν να πλάσει δυο εξωτερικά όμορφα, αλλά συναισθηματικά ανάπηρα πλάσματα που πληγώνουν όσους τολμούν να τα αγαπήσουν ειλικρινά.

Ο σχολιασμός της Άννας Μουσογιάννη:
Ο Μπαλζάκ θεωρείται ένας βασικός εκπρόσωπος του ρεαλισμού. Τι είναι όμως ρεαλισμός; Δεν είναι ούτε σχολή ή κάποιο κίνημα αλλά τάση της λογοτεχνίας και εκτείνεται χρονικά από το 1850 μέχρι το 1880. Πιο συγκεκριμένα, ο Ρεαλισμός θεωρείται η απάντηση του κινήματος του ρομαντισμού. Σκοπός του ήταν να παρουσιάσει την πραγματικότητα όπως διαθλάται μέσα από την υποκειμενικότητα του εκάστοτε καλλιτέχνη (σύμφωνα με τη Τζωρτζ Έλιοτ). Είναι ένας όρος που οι κριτικοί λογοτεχνίας μεταχειρίζονται με δύο διακριτές σημασίες. Η μια είναι ένα κίνημα στη μυθιστοριογραφία του 19ου αιώνα. Η δεύτερη για να περιγράψουν ένα διαδεδομένο τρόπο αναπαράστασης της ανθρώπινης ζωής και εμπειρίας στη λογοτεχνία σε διάφορες εποχές και σε διάφορα λογοτεχνικά είδη.
Η ρεαλιστική μυθοπλασία έρχεται σε αντιπαράθεση με τη ρομαντική καθώς η δεύτερη παρουσιάζει τα πράγματα όπως θα έπρεπε να είναι, ενώ η πρώτη όπως είναι. Η ρεαλιστική λογοτεχνία είναι γραμμένη έτσι ώστε να δίνει την εντύπωση ότι αναπαριστά τη ζωή και τον κοινωνικό περίγυρο όπως τα αντιλαμβάνεται ο μέσος αναγνώστης, δημιουργώντας έτσι την αίσθηση ότι τα εν λόγω πρόσωπα μπορεί όντως να υπάρχουν και ότι τέτοιου είδους πράγματα μπορεί κάλλιστα να συμβαίνουν.
Ο ρεαλιστής συγγραφέας αντλεί τα θέματα του από την πολυπρισματική καθημερινότητα όπως αυτή διαμορφώνεται από το κοινωνικό και ιστορικό γίγνεσθαι. Το 1851 ο Θάκερεϋ γράφει σε ένα γράμμα του: «Η τέχνη του μυθιστορήματος είναι να αναπαριστά τη Φύση: να μεταδίδει όσο γίνεται πιο έντονα το αίσθημα της πραγματικότητας». Ο Ρώσος θεωρητικός Τσερνισέφσκι το 1855 στο έργο του "Αισθητικές σχέσεις της τέχνης με την πραγματικότητα" είναι ακόμα πιο κατηγορηματικός: «Πρώτος σκοπός της τέχνης είναι η αναπαραγωγή της πραγματικότητας» ενώ ο Φοντάνε αναζητεί «το στοιχείο της τέχνης, την αντανάκλαση κάθε πραγματικής ζωής, κάθε αληθινής δύναμης».
Γενικότερα, οι ρεαλιστές λογοτέχνες εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στην κοινωνική πλευρά, στις σχέσεις του ατόμου με την κοινωνία. Οι ήρωές τους δεν έχουν τίποτα το ηρωικό και το μεγαλειώδες. Είναι άνθρωποι συνηθισμένοι, μπλεγμένοι στον κυκεώνα της καθημερινότητας με ό,τι αυτή εμπεριέχει, είτε ασύμβατο, είτε τραγικό ή και ασήμαντο. Είναι άνθρωποι απλοί και κοινοί όπου για πρώτη φορά η λογοτεχνία ρίχνει τους προβολείς πάνω τους και τους βγάζει από το σκοτάδι. Με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζεται και η ψυχολογική διάσταση της προσωπικότητας και τον ψυχολογικών διακυμάνσεων των προσώπων. Ο Ντοστογέφσκυ, απαντά σε μια ανόητη άποψη για τον εαυτό του: «Με αποκαλούν ψυχολόγο, αλλά είναι λάθος, είμαι απλά ρεαλιστής με την υψηλή έννοια, εικονίζω δηλαδή τα απύθμενα βάθη της ανθρώπινης ψυχής».
Ο Φλωμπέρ σχετικά με το ρεαλισμό δηλώνει πώς «ό,τι επινοούμε είναι αληθινό» καθώς το ρεαλιστικό έργο είναι τόσο αληθοφανές και αυτάρκες, όπου έρχεται να προστεθεί στην πραγματικότητα προκειμένου να την τροποποιήσει ή να τη συμπληρώσει. Ο ίδιος δηλώνει: «Την ώρα αυτή σε είκοσι χωριά της Γαλλίας η καημένη μου η Μποβαρύ αναμφίβολα υποφέρει και κλαίει».
Εν συνεχεία, ο ρεαλισμός επιλέγει ως μορφή αφήγησης τον πεζό λόγο όπου θεωρεί κατάλληλο για την αναπαράσταση της πραγματικότητας ενώ είναι αντιτίθεται στην υποκειμενική, λυρική ποίηση. Δύο βασικά χαρακτηριστικά του ρεαλισμού είναι κατά πρώτον, η σύνδεσή του με το χρόνο καθώς αφηγείται και έτσι παίρνει σοβαρά υπόψη τη χρονική διάσταση μιας ιστορίας και κατά δεύτερον, τη δραματική αναπαράσταση, στην οποία οφείλεται η συχνή χρήση του διαλόγου.
Φιλοδοξία του Μπαλζάκ είναι να γράψει μια ολοκληρωμένη ιστορία των ηθών της εποχής του εκφράζοντας για πρώτη φορά το 1935 με το μυθιστόρημά μας «Μπαρμπα-Γκοριό». Ωστόσο ο ρεαλισμός του συγγραφέα δεν σταματάει μόνο στο να αποτυπώσει την πραγματικότητα αλλά διεισδύει στα ενδότερα και κάνει αποδόμηση της πραγματικότητας με σκοπό να ανακαλύψει τις πιο κρυφές στιγμές της ανθρώπινης δράσης ή της ανθρώπινης συνείδησης. Αυτές που έρχονται μεν στο φως αλλά καλύπτονται από το πέπλο της αληθοφάνειας και της σιωπής. Ο Μπαλζάκ, ο αποκαλούμενος, ιστορικός των ηθών, εστιάζει στην αδικία, την κοινωνική αδικία και τη σκληρότητα της ζωής. Ο ίδιος προχωρεί σε ερμηνεία και ανάλυση των γεγονότων και όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά αναφέρει στον Πρόλογο της Ανθρώπινης κοινωνίας, τονίζει «την ιστορία και την κριτική της κοινωνίας».

Ο χώρος της λέσχης:
Οι συναντήσεις θα γίνονται κάθε μήνα στο καφέ του Μουσείου Μπενάκη (Κουμπάρη 1 & Βασ. Σοφίας, Αθήνα, 2ος όροφος).

Η επόμενη δίωρη συνάντηση έχει προγραμματιστεί για τις 20 Οκτώβρη στις 16:00-18:00 το απόγευμα και θα συζητηθεί το βιβλίο της Περλ Μπακ "Η μάνα". Δηλώστε συμμετοχή στο e-mail. Θα τηρηθεί αυστηρή σειρά προτεραιότητας, λόγω περιορισμένου αριθμού θέσεων.

Σε περίπτωση κακοκαιρίας, η συνάντηση θα μεταφερθεί στον εσωτερικό χώρο του καφέ.
 
Copyright © 2017-2024. ΒΙΒΛΙΟΣΗΜΕΙΑ - All Rights Reserved
Created by Vivliosimeia | Published by Vivliosimeia |
Proudly powered by Vivliosimeia.blogspot.gr