ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Βιβλιοάποψη: "Η σκιά"

---Δημοσίευση: 08/08/2020---
Περίληψη οπισθόφυλλου:
Στη μικρή, κλειστή κοινωνία ενός ελληνικού χωριού, ρίχνει βαριά τη σκιά της η προκατάληψη. Η «τιμή» του κοριτσιού, υπέρτατη αξία και υποχρέωση! Από αυτήν εξαρτάται η υπόληψη της οικογένειας. Τι θα συμβεί όταν αυτή η «τιμή» κηλιδωθεί; Ποιο πρέπει να είναι το τίμημα;

Ένας πατέρας, σκιά μιας αδίσταχτης γυναίκας -θύμα κι αυτή των αντιλήψεων για τη θέση της γυναίκας- θα αναγκαστεί να διώξει τη σκιά που βαραίνει το σπίτι του με τον πιο αποτρόπαιο και φριχτό τρόπο, για να καταντήσει τελικά και ο ίδιος σκιά του εαυτού του, καθώς ο ίσκιος του αίματος θα τον καταδιώκει ως τον θάνατο...



Η άποψή μου:
(γράφει η Χρύσα Παναγοπούλου)
Διαβάζω στον πρόλογο για ένα ξεχασμένο χειρόγραφο. Γράφτηκε γύρω στη δεκαετία του '80. Ο συγγραφέας δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή. Η κόρη του το βρίσκει, το διαβάζει, νιώθει την επιτακτική ανάγκη να το μοιραστεί με τον κόσμο. Και πολύ καλά έκανε.

Φυσικά στον πρόλογο μαθαίνουμε κι άλλα. Τόσο για την ψυχοσύνθεση των ηρώων όσο και την αφορμή αυτού του πονήματος που είναι μια αληθινή ιστορία. Αν θέλετε να μείνετε ανυποψίαστοι, καλύτερα να παραλείψετε την εισαγωγή και να τη διαβάσετε μετά το τέλος του βιβλίου. Εγώ τη διάβασα από την αρχή και παρότι έμαθα πολλές συγκλονιστικές αποκαλύψεις, το βιβλίο κράτησε το ενδιαφέρον μου αμείωτο. Είναι ο τρόπος γραφής του κ. Δριμή προσιτός και ανθρώπινος, είναι η αφήγηση που είναι πολύ δυνατή. Είναι και το πάθος του συγγραφέα να ξεσκεπάσει τα κακώς κείμενα μιας εποχής, μιας κοινωνίας. Μα έτσι ακριβώς δεν πρέπει να κάνουν οι άνθρωποι του πνεύματος;

Προσπάθησα κι εγώ να καταλάβω πώς ενεργούν οι άνθρωποι σε μια κλειστή κοινωνία. Ακόμα και σήμερα υπάρχει το στίγμα και η ντροπή. «Ο αναμάρτητος πρώτος τω λίθω βαλέτω». Πώς μπορείς να καταδιώκεις έναν άνθρωπο, πώς μπορείς να στιγματίσεις έναν άνθρωπο; Θυμάμαι πολλά σπουδαία βιβλία με ανάλογες αναφορές (ενδεικτικά αναφέρω το "Αλέξης Ζορμπάς", που μου ήρθε πρώτο στο μυαλό, ενώ από τη νεότερη λογοτεχνία "Το στίγμα" της Ρούλας Σαμαηλίδου). Η ουσία είναι ότι πολλές δεκαετίες πέρασαν -πενήντα, εξήντα, εβδομήντα μέχρι ακόμα και αρχές του 1980 που η θέση της γυναίκας ήταν εξαιρετικά δυσχερής. Γι'αυτό προείπα ότι έπρεπε αυτό το βιβλίο να δει το φως. Οι νεότερες γενιές σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αντιληφθούν τις σκουριασμένες αντιλήψεις των προγόνων τους. Παρά ταύτα, ακόμα υπάρχει «το πηγαδάκι» και το κουτσομπολιό, ιδίως στις κλειστές κοινωνίες. Καθώς η αφήγηση ρέει σχεδόν αβίαστα, προσπαθώ να θυμηθώ όλους τους κώδικες τιμής μιας κοινωνίας. Η γυναίκα υποδεέστερη που να πρέπει να υπακούει στο θέλημα του πατρός της και αργότερα του άντρα της. Εγκλωβισμένη η ίδια μέσα στα πατριαρχικά πρότυπα. Μέχρι και σήμερα έχω ακούσει τη φράση «φταίνε οι γονείς, για τα καμώματα των παιδιών τους». Μια άποψη που δεν με βρίσκει πάντα σύμφωνη.

Μια δακτυλοδεικτούμενη κοινωνία λοιπόν, δημιούργησε και τη μάνα μέγαιρα, τη μάνα στρίγκλα, τη μάνα τιμωρό. Ωστόσο, συμπάθησα και συμπόνεσα τον πατέρα, τον Θεμιστοκλή Μπάρκα. Ο άνθρωπος αγαπάει υπερβολικά την κόρη του. Ηλέχτρα. Είναι φιλήσυχος, μετρημένος και κάνει τα πάντα για την οικογένειά του. Πέφτει όμως κι αυτός σε ένα θανάσιμο αμάρτημα, ζει στη σκιά μια γυναίκας φθονερής, στρίγκλας, δέσμιας των αντιλήψεων που υπήρχαν, γύρω από την τιμή του κοριτσιού. Κι η Ηλέχτρα πέφτει στην παγίδα, ερωτεύεται έναν άνθρωπο που δεν της αξίζει, ένα ρεμάλι του χωριού, κι όμως ο έρωτας είναι τυφλός. Μοιραία η κόρη θα πρέπει να αντιμετωπίσει την εμπάθεια και το μίσος της μάνας.

Σύμμαχός της, ο ξάδελφός της Δημήτρης, ένας άνθρωπος καλλιεργημένος και με ήθος. Ο Δημήτρης είναι ένα πρότυπο του άντρα, όπως πρέπει να είναι. Δεν κατηγορεί, συμβουλεύει. Δεν στηλιτεύει, βοηθάει. Οι πανεπιστημιακές του γνώσεις τον κάνουν άνθρωπο πρωτοπόρο για την εποχή του και να σας πω την αλήθεια είναι από τους χαρακτήρες που λάτρεψα μέσα στο βιβλίο. Αρκετές ήταν δε, οι φορές που ευχήθηκα να μην είναι ξάδελφος της Ηλέχτρας, αλλά φίλος και σύντροφος της.

Το πόνημα θυμίζει σκηνικό θεάτρου και αρχαία τραγωδία. Ο "καλοθελητής" του έργου μοστράρει σε πρώτο πλάνο και είναι ο γερο-Αλέξης, όλα τα βλέπει, όλα τα ακούει και όλα τα νέα σε όλους τα προφθάνει. Βάζει την μάσκα του καλοκάγαθου και καλοπροαίρετου ανθρώπου αλλά ξέρει πολύ καλά τη δουλειά του, να μαχαιρώνει πισώπλατα όποιον πέσει στην αντίληψή του. Και κάπως έτσι μαθαίνει όλο το χωριό για την κόρη του Θεμιστοκλή. Ώσπου οι ψίθυροι, τα γέλια και τα μουρμουρίσματα γίνονται λόγια που φτάνουν στα αυτιά του πατέρα...

Ο Θεμιστοκλής βιώνει έναν καημό, πίνει, ξεσπάει, χτυπάει τη μικρή παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του αδερφού του, που προσπαθεί να ηρεμήσει τα πνεύματα. Ο Θεμιστοκλής παλεύει από τη μια με τη συνείδησή του και από την άλλη με τις προσταγές της γυναίκας του. Γιατί ναι, μπορεί η θέση της γυναίκας, δεκαετίες πριν, να είναι δυσχερής, αλλά στο σπίτι μόνο η Ασπασία κάνει κουμάντο. Όνομα στ΄αλήθεια ταιριαστό για την περίπτωσή της. Ο Θεμιστοκλής και η Ηλέχτρα είναι τελικά τα τραγικά πρόσωπα της ιστορίας μας. Θα με θυμηθείτε καθώς θα το διαβάζετε. Η σκιά της ντροπής πέφτει βαριά στο κεφάλι του πατέρα, ώσπου γίνεται ο ίδιος η σκιά του εαυτού του.


Στοιχεία βιβλίου:
Ιστοσελίδα: Πατήστε εδώ
Συγγραφέας: Γιάννης Δριμής
Σελίδες: 384 / Διαστάσεις: 14 x 20.5 cm
Ημερ. έκδοσης: 2018
ISBN: 978-00-0382-6


Βιογραφικό του συγγραφέα:
Ο Γιάννης ∆ριµής γεννήθηκε το 1930 στο Κοπανάκι Μεσσηνίας και εγκατέλειψε ξαφνικά τούτο τον κόσµο, από το ίδιο µέρος, το 2006. Στο µεταξύ διάστηµα τελείωσε το γυµνάσιο του Μελιγαλά ως αριστούχος και στη συνέχεια αποφοίτησε από την Ανωτέρα Σχολή του ΟΤΕ, όπου και εργάστηκε για 35 χρόνια ως ανώτερο στέλεχος. Με τη σύζυγό του Γεωργία απέκτησαν δύο παιδιά, τη Χριστίνα και  τον ∆ηµήτρη, και ευτύχησε να ακούσει το Γιάννης ∆ριµής (τον εγγονό του). Έργα του ιδίου: "Η  αρραβωνιαστικιά" (διήγηµα, 1978), "Μέσα από τα τείχη" (µυθιστόρηµα, 1984). Μέχρι το 1984 υπέγραφε µε το ψευδώνυµο Γιάννης Τριφυλιανός.

Βιβλιοάποψη: "Ούτε η μάνα μου"

---Δημοσίευση: 05/08/2020---
Περίληψη οπισθόφυλλου:
Μια αληθινή ιστορία μεγάλης έντασης, γραμμένη με τόσο ζωντανές λεπτομέρειες, που κάθε σελίδα σκίζει το μυαλό και την καρδιά. Τα πρόσωπα και τα ονόματα είναι υπαρκτά, χωρίς ψευδώνυμα, καθώς και οι τόποι όπου έδρασαν, για να μπορέσει ο αναγνώστης να βιώσει την πολυπόθητη κάθαρση.

Γενάρης του 1920 σε ένα νησί του Βόρειου Αιγαίου. Ένας μήνας που θα ήταν ο τελευταίος της νιότης του. «Θα σε πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια». Μια φράση που θα ξήλωνε απ’ άκρη σ’ άκρη τη στέγη της ψυχής του.

«Σας ορκίζομαι στην τιμή μου ότι είμαι αθώος! Η μάνα μου, πού χάθηκε η μάνα μου; Μόνο αυτή μπορεί να σταματήσει όλον αυτόν τον παραλογισμό

Μια γυναίκα που κρατούσε στα χέρια της όλες τις συμφορές του κόσμου! «Την κατάρα μου να ’χεις! Ατίμασες τη γενιά σου! Έκλεισες τα σπίτια μας

«Ούτε η μάνα μου...», οι τελευταίες λέξεις που ξεστόμισε ο καπετάν-Γιώργης φεύγοντας στιγματισμένος από τον τόπο του. Μια οικογένεια διαλύεται, ένα σπίτι ρημάζει. Και η οδύσσεια ξεκινάει... Από τη Χίο στα Βουρλά, από τις στάχτες της Μικρασιατικής καταστροφής στα παραπήγματα του Πειραιά και του Βόλου, οι ήρωες θα παλέψουν με τους δαίμονες της ζωής τους, περιπλανώμενοι για περίπου μισό αιώνα. Ψυχές τραυματισμένες, ξεριζωμένες που άλλες κατάφεραν να βρουν καταφύγιο και άλλες ρήμαξαν μόνες τους μέχρι το τέλος της ζωής τους.

«ΔΕN ΜΕ ΠΙΣΤΕΨΕ ΚΑΝΕΙΣ... ΟΥΤΕ Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ


Η άποψή μου:
(γράφει η Γιώτα Βασιλείου)
Το «Ούτε η μάνα μου» είναι η άκρως συγκινητική κι απόλυτα αληθινή ιστορία της οικογένειας της κυρίας Έφης Καγξίδου, της μιας εκ των συγγραφέων. Τόσο τα ονόματα των ηρώων, όσο και τα πρόσωπα και οι τόποι όπου εκτυλίσσεται η συγκλονιστική αυτή ιστορία, είναι πέρα ως πέρα αληθινά. Μέσα από την ιστορία ενός ανθρώπου και των οικείων του, έχουμε μια αναδρομή στην ιστορία του Ελληνισμού από και τους Μακεδονικούς Αγώνες, μέχρι και την καταστροφή της Σμύρνης αλλά και την Ιταλική και Γερμανική Κατοχή.

«Δε με πίστεψε κανείς. Ούτε η μάνα μου..!»

Η ιστορία που μας διηγούνται οι δυο κυρίες είναι συγκλονιστική. Άλλωστε, ποιανού ανθρώπου η ιστορία δεν είναι συγκλονιστική; Πρόκειται για τον τραγικό βίο του Καπετάν-Γιώργη, του παππού της κυρίας Καγξίδου, ο οποίος είδε τη ζωή του να καταστρέφεται, εν μία νυκτί, όταν κατηγορήθηκε άδικα, ότι σκότωσε έναν άλλο άνθρωπο. Ο Γιώργης φεύγει από τον τόπο και την οικογένειά του κυνηγημένος και προδομένος ακόμα κι από τη μάνα του, τα τελευταία λόγια της οποίας ήταν κατάρες «για το κακό που τους έκανε». Ο Γιώργης αναγκάζεται να ξεκινήσει τη ζωή του από το μηδέν, σε ξένο τόπο, ανάμεσα σε ξένους ανθρώπους. Και τα κατάφερε με σθένος και δύναμη ψυχής.

Αν και οι δυο συγγραφείς έχουν εμπειρία στην ποίηση, στην πεζογραφία κάνουν τα πρώτα τους βήματα με το «Ούτε η μάνα μου». Κι αν είναι αρκετά μετέωρος ο βηματισμός τους, φαίνεται ότι υπάρχει η μαγιά. Με απλή και κατανοητή γραφή, χωρίς υπερβολές και ωραιοποιημένες εκφράσεις, οι δυο κυρίες, μέσα από το βιβλίο τους μας προσφέρουν σπουδαίο υλικό για τα χρόνια εκείνα. Έτσι λοιπόν, λαμβάνουμε πληροφορίες για τα λαογραφικά και κοινωνιολογικά δρώμενα της εποχής, πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για το εμπόριο και την επιχειρηματικότητα του τόπου ενώ συγχρόνως έχουμε έντονη αναφορά στη θρησκευτική παράδοση των Ελληνισμού της Μικράς Ασίας.

Μέσα από μικρές παράλληλες ιστορίες οδηγούμαστε εν τέλει στον άξονα της κεντρικής ιστορίας, που είναι η ζωή του καπετάν-Γιώργη. Η διήγηση της καταστροφής της Σμύρνης και του διωγμού των Ελλήνων είναι συγκλονιστική. Ιδίως από το δεύτερο μισό του βιβλίου και μετά. Υπάρχουν σκηνές που θα τσακίσουν και την πιο σκληρή καρδιά. Και οι περιγραφές της αντιμετώπισης που είχαν οι πρόσφυγες στην Ελλάδα είναι τραγικές: αδέλφι να διώχνει το αδέλφι. Και βλέπουμε τον αγώνα που κάνουν οι πρόσφυγες, να βρουν τους δικούς τους ανθρώπους, που έχουν χαθεί στον όλεθρο της προσφυγιάς, να ξαναστήσουν το σπιτικό τους από το μηδέν, να ξαναζήσουν τη ζωή τους.

Αν καταλογίσω μια αδυναμία στο βιβλίο είναι η έλλειψη συναισθήματος, τουλάχιστον στο πρώτο του μισό. Σίγουρα η συγγραφική απειρία των συγγραφέων δε βοήθησε στο να ξεδιπλώσουν τα μύχια της ψυχής τους, όπως απαιτεί ένα τέτοιο πόνημα. Ωστόσο, όσο η ιστορία προχωράει προς την κορύφωσή της, τόσο βλέπουμε το στυλ γραφής να αλλάζει, να γίνεται πιο μεστό, ποιο περιγραφικό, πιο λυρικό.

Ολοκληρώνοντας, θα ήθελα να πω ότι έχοντας διαβάσει πάρα πολλά βιβλία για το θέμα αυτό, τα γεγονότα μού ήταν λίγο έως πολύ γνωστά. Ωστόσο, με τη γνώση ότι τα πρόσωπα και τα συγκεκριμένα γεγονότα είναι αληθινά χωρίς στοιχεία μυθοπλασίας, αυτομάτως το βιβλίο ανεβαίνει επίπεδο μέσα μου. Είναι μια συνταρακτική ιστορία, γεμάτη μαθήματα ζωής. Ήταν η ευχάριστη έκπληξη της φετινής χρονιάς και σας το προτείνω με την καρδιά μου.


Στοιχεία βιβλίου:
Ιστοσελίδα: Πατήστε εδώ
Συγγραφείς: Έφη Καγξίδου & Λίνα Σπεντζάρη
Σελίδες: 473 / Διαστάσεις: 14Χ20,5
Ημερ. έκδοσης: Δεκέμβριος 2015
ISBN: 978-618-81634-4-7


Βιογραφικό των συγγραφέων:
Η Έφη Καγξίδου ζει στη Θεσσαλονίκη. Το 2013 εξέδωσε την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Από τον εξώστη της ψυχής μου».

Το έργο αυτό με απόφαση του Πατριαρχείου πρωτοκολλήθηκε και τοποθετήθηκε στη βιβλιοθήκη του Μεγάλου Βασιλείου. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε πολλά περιοδικά.

Η Λίνα Σπεντζάρη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Συμμετείχε στις ανθολογίες: «Υπάρχουν ποιητές;», «Μη Βία», «Η μοναξιά είναι χάρισμα».

Διακρίθηκε στους ποιητικούς αγώνες της ΠΕΛ στους Δελφούς και τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο ξενόγλωσσης ποίησης στον λογοτεχνικό διαγωνισμό «Giovanni Gronchi».

Βιβλιοάποψη: "Αλχημιστής"

---Δημοσίευση: 04/08/2020---
Περίληψη οπισθόφυλλου:
Οι μπελάδες του Ντέιβιντ Μπράουν αρχίζουν όταν καλείται να ερευνήσει μια ασυνήθιστα βίαιη διάρρηξη που αφήνει δυο κακοποιούς νεκρούς και μια σκηνή εγκλήματος με πολλά και αναπάντητα ερωτήματα. Μια συνάντηση με τον μοχθηρό ιδιοκτήτη του κτιρίου απλώς περιπλέκει το μυστήριο. Ο Μπράουν στρέφεται στην Αμερικανίδα ακαδημαϊκό Σούζαν Μίλτον, από το Τμήμα Αρχαιολογίας του Λονδίνου, για να τον βοηθήσει να διαλευκάνει την υπόθεση. Θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή τους, αποκαλύπτουν ένα τρομακτικό μυστικό αιώνων που τους κάνει στόχο ενός στυγερού δολοφόνου. Καθώς ο χρόνος εκπνέει, ο Ντέιβιντ και η Σούζαν κάνουν αγώνα δρόμου για να ξεσκεπάσουν τον πραγματικό αντικειμενικό στόχο του δολοφόνου, ο οποίος τους πλησιάζει απειλητικά.

Η άποψή μου:
(γράφει η Χρύσα Παναγοπούλου)
Ο Ντέιβιντ Μπράουν είναι ασφαλιστής. Όχι ένας οποιοσδήποτε ασφαλιστής. Είναι υπεύθυνος για περιουσίες όπου διακυβεύονται τεράστια συμφέροντα. Τον ελεύθερο του χρόνο ασχολείται με πολεμικές τέχνες. Το παρουσιαστικό του παραπέμπει περισσότερο σε κάποιον που ανήκει σε σώματα ασφαλείας παρά σε συνηθισμένο άνθρωπο. Μια διάρρηξη τον φέρνει κοντά με τη Σούζαν μια ανεξάρτητη γυναίκα με καυστικό χιούμορ και έντονη προσωπικότητα. Αρκετές φορές ένιωσα να αντιδράω στον τρόπο που αντιμετωπίζει τον συνεργάτη της, δεδομένου ότι εκείνος της δείχνει περισσότερο ενδιαφέρον από το συνηθισμένο. Όπως φαίνεται και στην πορεία, η υπόθεση δεν είναι καθόλου απλή. Οι δυο τους μπλέκουν σε μια επικίνδυνη περιπέτεια όπου κινδυνεύουν μυστικά αιώνων να έρθουν στο φως. Θα τους δέσει τελικά όλο αυτό το μπλέξιμο ή θα τους απομακρύνει;

Το βιβλίο είναι μια ασυνήθιστη περιπέτεια και ακολουθεί το μοτίβο ταινιών δράσης. Οι διάλογοι είναι ζωντανοί, πράγμα που σε κάνει να ξεχνάς ότι διαβάζεις και αντ΄αυτού, βλέπεις τα πρόσωπα ολοζώντανα μπροστά σου. Δεν συμφωνώ σε όλα τα σημεία του βιβλίου καθώς θεωρώ τους Αλχημιστές, επιστήμονες που -με ασυνήθιστες για την εποχή μεθόδους- προσπαθούσαν να εδραιώσουν την εφαρμοσμένη χημεία. Το βιβλίο όμως δεν παύει να ανήκει στην λογοτεχνία του φανταστικού και να προσδίδει στους αλχημιστές κάποιες μαγικές ιδιότητες, καθώς ο μύθος που έχει περάσει στο ευρύ κοινό είναι ότι αναζητούν τη φιλοσοφική λίθο και το ελιξίριο της ζωής.

Θεωρώ ότι ο συγγραφέας, ωστόσο, έκανε ένα εντυπωσιακό ξεκίνημα γιατί παρά τον όγκο του, το βιβλίο δεν σε αφήνει να βαρεθείς και να το παρατήσεις. Η πλοκή είναι γρήγορη και ο συγγραφέας σκιαγραφεί καλά τους χαρακτήρες. Το τέλος του είναι μια δικαίωση αν και φτάνει στην υπερβολή και σε σύγκριση με τον όγκο του, περίμενα κάτι περισσότερο. Μου άφησε την αίσθηση ότι βιάστηκε να το τελειώσει. Εντούτοις σαν ανάγνωσμα μου άφησε κάτι ευχάριστο και χαίρομαι γι΄αυτό. Ίσως φταίει το γεγονός ότι δεν αντέχω πλέον να διαβάζω κάτι που σου αφήνει μια δυσάρεστη επίγευση, σαν κόμπο στο λαιμό. Πιστεύω ότι όλοι οι λάτρεις του φανταστικού θα το ξεχωρίσουν.

Αγαπημένη φράση: «Καθημερινά ακρωτηριάζουμε τον εαυτό μας για να ταιριάξουμε κάπου


Στοιχεία βιβλίου:
Ιστοσελίδα: Πατήστε εδώ
Συγγραφέας: Robert Finn
Μετάφραση: Γιάννης Καστανάρας
Σελίδες: 528 / Διαστάσεις: 14Χ21
Ημερ. έκδοσης: 2004 / 2006
ISBN: 978-960-446-009-9


Βιογραφικό του συγγραφέα:
Ο Robert Finn έχει ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στο Λονδίνο και τον τελευταίο καιρό μοιράζει το χρόνο του ανάμεσα στην Αγγλία και τις Η.Π.Α. ετοιμάζοντας το δεύτερο βιβλίο του. Έχει πολλές γνώσεις για τα λιγότερα σημαντικά πράγματα και λίγες γνώσεις για τα πολύ σημαντικά.

Βιβλιοάποψη: "Crash"

---Δημοσίευση: 03/08/2020---
Περίληψη οπισθόφυλλου:
Ο αφηγητής της ιστορίας, ένας μυστήριος τύπος με το όνομα Μπάλαρντ, εμπλέκεται σε ένα τρομερό αυτοκινητιστικό δυστύχημα: το αυτοκίνητό του συγκρούεται με ένα άλλο και ο Μπάλαρντ βλέπει τον οδηγό του οχήματος να ξεψυχάει μπροστά στα μάτια του. Αντί όμως αυτή η φοβερή εμπειρία να τον σοκάρει και να τον απελπίσει, τον βυθίζει σταδιακά σ’ έναν καινούργιο, ζοφερό, αλλά ιδιαίτερα θελκτικό κόσμο, τον κόσμο των αυτοκινητιστικών ατυχημάτων. Συνοδοιπόρος του ο Ρόμπερτ Βον, επιστήμονας και πρώην τηλεοπτικός αστέρας, ένας άγγελος εξολοθρευτής των αυτοκινητόδρομων. Ο Βον έχει συγκεντρώσει γύρω του ένα πλήθος θυμάτων από τα διάφορα «πειράματά» του, ανθρώπους διαλυμένους από τις θηριωδίες στις οποίες επιδίδεται οδηγώντας ξέφρενα το αυτοκίνητό του, όμως η φιλοδοξία του δεν σταματάει εκεί. Το μεγάλο του όνειρο είναι να συμμετάσχει σ’ ένα μεγαλειώδες τρακάρισμα, που θα υπερβαίνει όλα τ’ άλλα, σε μια παράσταση χωρίς προηγούμενο...
Το Crash, που σύμφωνα με τον ίδιο τον Τζ. Γκ. Μπάλαρντ αποτελεί «μια εργαλειοθήκη απόγνωσης για χρήση σε ακραία κρίση», θεωρείται ένα από τα κορυφαία του μυθιστορήματα. Μεταφέρθηκε με μεγάλη επιτυχία στον κινηματογράφο από τον Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ.


Η άποψή μου:
(γράφει η Μαριάννα Φλέσσα)
Κάποιοι το χαρακτήρισαν αριστούργημα, άλλοι ανοσιούργημα. Το σίγουρο είναι ότι το «Crash» του J. G. Ballard είναι από τα βιβλία που έχουν συζητηθεί πολύ και μην έχοντας διαβάσει κάτι άλλο δικό του, με έπιασε απροετοίμαστη. Η εισαγωγή και τα εκτενή σχόλια των μεταφραστών βοηθούν πολύ στην κατανόηση της οπτικής του συγγραφέα. Χωρίς αυτά κάποιος που δεν είναι εξοικειωμένος με τον Ballard και την εποχή του, θα έκλινε προς έναν αρνητικό χαρακτηρισμό του βιβλίου, αλλά εκεί βρίσκεται η γοητεία του. Η υπέρβαση που πρέπει να γίνει για να αποκαλυφθεί η πρωτοτυπία του και η μαγεία του.

Ο αφηγητής ονομάζεται Μπάλλαρντ όπως και ο συγγραφέας, όμως γνωρίζουμε ότι δεν είναι μία αυτοβιογραφική ιστορία. Έχει ένα μυστήριο παρελθόν και η ζωή του αλλάζει όταν εμπλέκεται σε ένα σοβαρό αυτοκινητιστικό δυστύχημα όπου ο οδηγός του άλλου οχήματος τραυματίζεται θανάσιμα. Αυτό που στην αρχή του προκάλεσε σοκ και μεγάλη ταραχή διαπιστώνει με έκπληξη ότι τον ερεθίζει τόσο συναισθηματικά, όσο και ψυχικά αλλά και... σωματικά. Δεν το περιμένει αλλά αυτό που νιώθει δεν είναι λύπη για τη ζωή που χάθηκε τόσο τραγικά αλλά ευχαρίστηση, ηδονή και πάθος για περισσότερες τέτοιου είδους εμπειρίες... Η αποκάλυψη ότι υπάρχουν κι άλλοι οι οποίοι αντλούν ηδονή από παρόμοιες σκηνές πόνου κι αίματος, τον εντάσσει σε ένα νέο κόσμο που απρόσμενα τον γοητεύει.

Στον αντίποδα βρίσκεται ο Βον. Είναι παλαιός τηλεοπτικός αστέρας, με μικρής διάρκειας δόξα που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί, έχει ήδη εντρυφήσει στη ηδονή του ατυχήματος. Είναι ένας εξπέρ του είδους που σκηνοθετεί ατυχήματα υψίστης, κατά τη γνώμη του, αξίας και σεξουαλικής απόλαυσης. Έχει γύρω του ένα στρατό από ακρωτηριασμένους, θύματα των δυστυχημάτων, που τους συντονίζει σε ακόμα πιο ζοφερά και φρικτά πειράματα-δυστυχήματα. Το όνειρό του είναι ένα τρακάρισμα όπου όλα ως χορογραφία, να έχουν τη δική τους θέση για μια παράσταση τρόμου και διαστροφής χωρίς προηγούμενο. Ένα παράλογα εμμονικό μυαλό που η ωμότητα και ο κυνισμός του μοιάζουν να έχουν θέση σε κάθε αράδα του ανατρεπτικού αφηγήματος.

«Ο Βον σκοτώθηκε χθες, στο τελευταίο του τρακάρισμα. Όσο καιρό ήμασταν φίλοι, είχε προβάρει τον θάνατό του σε πολλαπλές συγκρούσεις αυτοκινήτων, αλλά το χθεσινό ήταν το μοναδικό αληθινό του δυστύχημα. [...]»


Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το όνομά του για τον κεντρικό ήρωα παίζοντας ένα παιχνίδι εντυπώσεων με το μυαλό του αναγνώστη. Δεν είναι λίγες οι φορές που η πολύ ρεαλιστική και άκρως περιγραφική αφήγησή του δημιουργεί ερωτήματα για το αν πράγματι έχει ζήσει ανάλογα γεγονότα ή όχι. Η διήγηση όμως είναι ψυχρή, ρεαλιστική, κινηματογραφική, χωρίς συναισθηματισμούς πέρα από την πιεστική ανάγκη για σεξουαλική ηδονή που αντλείται από την αποτρόπαια δολοφονική πράξη. Την ίδια οδό ακολουθούν και λοιποί χαρακτήρες. Φρίκη, αίμα, σεξ, ταχύτητα, σχεδιασμός για το δυστύχημα αλλά όλα έχουν μια απόκοσμη ησυχία. Σαν κάποιος να έχει κλείσει την ένταση του θορύβου. Μια μηχανή που μαρσάρει δυνατά, ίσως μια κόρνα που προσπαθεί να αποτρέψει το τρακάρισμα, στριγκλιές και φωνές απόγνωσης και μετά όλα ησυχάζουν. Τη θέση της παίρνει η σαδιστική ευχαρίστηση από τον πόνο και τα ακρωτηριασμένα θύματα.

Τα συναισθήματά που γεννά στον αναγνώστη είναι κάπου ανάμεσα στη φρίκη και στην ηδονοβλεψία. Ο παραλογισμός της πράξης και οι ενέργειες των χαρακτήρων μοιάζουν σαν ένα σουρεαλιστικό ποίημα, σαν ένας πίνακας ντανταϊστή ζωγράφου. Τη στιγμή που κατανοεί κάποιος το γιατί ο συγγραφέας καταφεύγει σε αυτού του είδους τη λογοτεχνία, εκείνη τη στιγμή αδυνατεί να δικαιολογήσει όλη αυτή τη νοσηρότητα και τη χυδαία βία. Πιστεύω ότι είναι μία μοναδική αναγνωστική εμπειρία. Μπορεί να την αντέξετε, μπορεί και όχι. Διαβάστε το!


Στοιχεία βιβλίου:
Ιστοσελίδα: Πατήστε εδώ
Συγγραφέας: J.G. Ballard
Αναθεωρημένη μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης & Σώτη Τριανταφύλλου
Σελίδες: 272 / Διαστάσεις: 14 Χ 20,6
Ημερ. έκδοσης: 2019
ISBN: 978-960-04-4868-9


Βιογραφικό του συγγραφέα:
O J.G. Ballard (1930 - 2009) γεννήθηκε στη Σαγκάη, όπου πέρασε δυόμισι χρόνια σε ένα ιαπωνικό στρατόπεδο αλλοδαπών κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου, πριν επιστρέψει στη Βρετανία το 1945. Έζησε λίγα χρόνια στα προάστια του Πλίμουθ και ύστερα στο Κέιμπριτζ, όπου τελείωσε το λύκειο και μπήκε στην Ιατρική σχολή, την οποία εγκατέλειψε όταν κατετάγη στην Καναδική Αεροπορία. Στην αεροπορική βάση ανακάλυψε τα αμερικανικά περιοδικά επιστημονικής φαντασίας και άρχισε να γράφει διηγήματα, τα οποία δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στο New Worlds και στο Science Fantasy. Το πρώτο του μεγάλο μυθιστόρημα, "The Drowned World", κυκλοφόρησε το 1962, και το 1966 ακολούθησε ο "Κρυστάλλινος κόσμος". Θεωρήθηκε κατεξοχήν εκφραστής του νέου κύματος της βρετανικής επιστημονικής φαντασίας, παρότι το έργο του ξεπερνάει κατά πολύ το πλαίσιό της. Πολλά από τα μυθιστορήματά του μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο: η "Έκθεση ωμοτήτων" από τον Τζόναθαν Γουάις, το "Crash" από τον Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ και η "Αυτοκρατορία του ήλιου" (μια ημιαυτοβιογραφική εξιστόρηση της ζωής στο στρατόπεδο) από τον Στίβεν Σπίλμπεργκ. Το 1984 η "Αυτοκρατορία του ήλιου" τιμήθηκε με το Guardian Fiction Prize και το James Tait Black Memorial Prize (το παλαιότερο λογοτεχνικό βραβείο που απονέμεται στη Μεγάλη Βρετανία). Μεταγενέστερα έργα του, όπως τα "Νύχτες κοκαΐνης" (1997), "Super-Cannes" (Commonwealth Writers’ Prize, 2000) και "Άνθρωποι του Μιλένιουμ" (2004), απέσπασαν ενθουσιώδεις κριτικές από τον διεθνή Τύπο και τιμήθηκαν με βραβεία και διακρίσεις. Από τις εκδόσεις Κέδρος κυκλοφορούν τα μυθιστόρηματά του "High-rise" (2017) και "Crash" (2019).

Βιβλιοάποψη: "Ο κλέφτης των τατουάζ"

---Δημοσίευση: 31/07/2020---
Περίληψη οπισθόφυλλου:
Ένας αστυνομικός στην πρώτη του υπόθεση δολοφονίας. Μια καλλιτέχνιδα τατουάζ με ένα θανάσιμο μυστικό. Και ένας διεστραμμένος δολοφόνος που ακονίζει τις λεπίδες του για να σκοτώσει ξανά...

Όταν η Μάρνι Μάλινς, καλλιτέχνιδα τατουάζ, ανακαλύπτει ένα παραμορφωμένο πτώμα, ο νεαρός ντετέκτιβ Φράνσις Σάλιβαν θα χρειαστεί τη βοήθειά της. Εκεί έξω τριγυρίζει ένας σίριαλ κίλερ, που αφαιρεί τα τατουάζ από το σώμα των θυμάτων του όσο είναι ακόμη ζωντανοί. Η Μάρνι γνωρίζει πολύ καλά τον κόσμο των τατουάζ, αλλά έχει τους δικούς της προσωπικούς λόγους να μην εμπιστεύεται την αστυνομία. Κι έτσι, όταν ανακαλύπτει τον επόμενο στόχο του δολοφόνου, αντιμετωπίζει και το δίλημμα: θα το πει στον Σάλιβαν ή θα κυνηγήσει μόνη της τον Κλέφτη των Τατουάζ;


Η άποψή μου:
(γράφει η Γιώτα Βασιλείου)
Αίσθηση απ' ότι φαίνεται, έχει προκαλέσει με το συγγραφικό της ντεμπούτο η Άλισον Μπέλσαμ. Κάνει την πρώτη της εμφάνιση με ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, με στοιχεία θρίλερ. Με το "Ο κλέφτης των τατουάζ", η συγγραφέας μάς εισάγει στον πολύχρωμο και μαγικό κόσμο της δερματοστιξίας και μας γνωρίζει τους ανθρώπους που τον αποτελούν. Η προσωπική μου όμως άποψη για το συγκεκριμένο είναι ότι πρόκειται για το πιο αμφιλεγόμενο βιβλίο που διάβασα μέσα στο 2019. Είχε αρκετά αδύναμα σημεία και κενά, αλλά από την άλλη, ήταν γραμμένο με τέτοιο τρόπο, που δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου. Δεν ξέρω τελικά τι είναι καλύτερο... ένα καλογραμμένο και μεστό βιβλίο, με ανάγλυφους χαρακτήρες και δυναμική πλοκή ή ένα βιβλίο που τελειώνοντας σε κάνει να πεις "θέλω κι άλλο"; Γιατί με τον "Κλέφτη των τατουάζ", εγώ αυτό έπαθα. Ενώ στραβομουτσούνιασα και χαλάστηκα αρκετές φορές, στο τέλος είπα "έλα ρε, γιατί τέλειωσε;".

Ας τα δούμε όμως αναλυτικά...
Δεν ξέρω πόσοι από εσάς έχετε δει μια γερμανική ταινία του 2002 με τίτλο "Tattoo"... Δεν θα πω ψέματα, το βιβλίο μου θύμισε πολύ αυτό το φιλμ. Όπως και στον "Κλέφτη" έτσι και στην ταινία, υπάρχει κάπου εκεί έξω, ένας συλλέκτης έργων τέχνης. Μόνο που τα έργα που συλλέγει δεν είναι πίνακες ζωγραφικής του Μονέ και του Πικάσο, αλλά περίτεχνα παραδοσιακά τατουάζ ιαπωνικής κουλτούρας (Irezumi tattoo). Ο τρόπος φυσικά για να τα αποκτήσει, είναι γδέρνοντας τα άτομα που φέρουν το τατουάζ, ζωντανά! Θεωρώ ότι είναι πολύ πιθανό να έλαβε η Belsham από την ταινία αυτή, την έμπνευσή για το πρώτο της βιβλίο αν και ο τρόπος που μας το δίνει, είναι πολύ διαφορετικός. Θα έλεγα ότι η απόδοση της Alison Belsham ήταν περισσότερο σεναριακή και κινηματογραφική, ενώ αντίθετα η ταινία ήταν πολύ πιο λυρική. Πολύ πιο μυθιστορηματικά δοσμένη με ωραία φωτογραφία και κάνα δυο κορυφαίες στιγμές (ιδίως μια, που δεν θα την ξεχάσω ποτέ!). Επειδή όμως το θέμα μας είναι το βιβλίο κι όχι η ταινία, θα σας πω ότι αν την πετύχετε πουθενά δείτε την για να έχετε και ιδίαν άποψη.

Αν και το βασικό θέμα της ιστορίας είναι τα τατουάζ, ένιωσα σε αρκετά σημεία ότι το αγγίζει επιδερμικά. Το τατουάζ εκτός από μόδα που έχει γίνει τα τελευταία χρόνια, για πολλούς ανθρώπους αλλά και φυλές, είναι άποψη, διαμαρτυρία, πολιτική ή θρησκευτική δήλωση. Στις σελίδες του βιβλίου, βλέπουμε τη συγγραφέα να αναλώνεται συχνά σε κλισέ του τύπου "κανείς δεν αγάπησε τα παιδιά με τα τατουάζ". Και δεν λέω ότι δεν υπάρχει ρατσισμός ενάντια στη διαφορετικότητα, ωστόσο, εν έτη 2020 που τα μάτια μας έχουν δει τόσα και τόσα, μου φαίνεται κουτό να εστιάζουμε τόσο πολύ στην περιθωριοποίηση των ατόμων με πολλά τατουάζ.

Η πλοκή λοιπόν, είναι αρκετά γρήγορη από τα μέσα περίπου του βιβλίου και μετά. Μέχρι τότε η εξέλιξη ήταν αργή, σε βαθμό να με βάζει πάραυτα για ύπνο. Στην πορεία όμως, έδωσε "γκάζια" και δημιούργησε κάποιες λίγες σκηνές χολιγουντιανής παραγωγής! Οι περιγραφές των εγκλημάτων ήταν αρκετά αιματηρές, ενοχλητικά ωμές, ανατριχιαστικές και αποτρόπαιες, πράγμα που αποζητώ όταν διαβάζω τέτοιου είδους βιβλία. Άρα με κάλυψε.

Οι χαρακτήρες της Belsham είναι συμπαθητικά σκιαγραφημένοι, αν και θεωρώ ότι θα μπορούσε και καλύτερα. Ο ντετέκτιβ Φράνσις Σάλιβαν, νεαρός σε ηλικία, με λιγοστή εμπειρία -Κύριος οίδε, πώς!- ξεπέρασε παλαιότερους στην υπηρεσία και πήρε τον βαθμό του ντετέκτιβ. Ακόμη κι ο ίδιος απορεί και το δηλώνει απερίφραστα. Ο Φράνσις λοιπόν είναι ένας εκνευριστικός τυπάκος, κάπως μελάτος σαν προσωπικότητα, αλλά έξυπνος και με ενδιαφέρον πολύ για τη δουλειά του. Μέσα από τις εξομολογήσεις του, μαθαίνουμε λίγα πράγματα για την προσωπική του ζωή και την οικογένειά του. Θεωρητικά πάντα, στο επόμενο βιβλίο της η Μπέλσαμ, θα μας τον γνωρίσει καλύτερα. Ο γηραιότερος συνεργάτης του Φράνσις, Ρόρι, είναι πικραμένος που τον παρέκαμψαν στην ιεραρχία και δεν διστάζει να βγει μπροστά όταν του δίνεται η ευκαιρία. Σύντομα όμως αναγνωρίζει την αξία και τα ταλέντα του νεαρού Φράνσις και συνεργάζονται αρμονικά. Το τρίτο πρόσωπο στην ιστορία, η Μάρνι Μάλινς, tattoo artist στο επάγγελμα, είναι εκείνη που ανακαλύπτει το πτώμα ενός άντρα πεταμένο σ' έναν σκουπιδοτενεκέ στο πάρκο. Η Μάρνι έχει βιώσει καταστάσεις στη ζωή της που την έχουν στιγματίσει και παράλληλα σκληρύνει. Μπλέκεται συνέχεια στα πόδια του Σάλιβαν, κάνοντας τα δικά της και τον εκνευρίζει. Στην πραγματικότητα, η Μάρνι "κλέβει την παράσταση" στο βιβλίο, καπακώνοντας πολλάκοις τους υπόλοιπους. Τελευταίος και καταϊδρωμένος, είναι ο Τιερί, Γάλλος στην καταγωγή, επίσης καλλιτέχνης τατουάζ και πρώην σύζυγος της Μάρνι. Ένας τύπος "πολλά βαρύς", που προσπαθεί φιλότιμα να αναδυθεί στην επιφάνεια αλλά και αυτόν τον κουκουλώνει η Μάρνι. Προσωπικά, όταν διάβαζα γι' αυτόν στο μυαλό μου έρχονταν τα μικρά γατάκια, που το παίζουν θυμωμένα, περπατάνε με τα πλάγια και κάνουν χου και χου! Διάφοροι άλλοι, δευτερεύοντες και υποστηρικτικοί χαρακτήρες, έπαιξαν κι αυτοί τον ρόλο τους, χωρίς να ξεχωρίσουν όμως σε κάτι.

Στα μείον του βιβλίου...
Ξεκινώντας λοιπόν η ιστορία κι ενώ έχουμε τα ακρωτηριασμένα ή γδαρμένα πτώματα να αρχίζουν να κάνουν την εμφάνισή τους το ένα πίσω από το άλλο, έχουμε τους ερευνητές και τον διοικητή τους να "τρώγονται" και να γκρινιάζουν μεταξύ τους, για το πως πρέπει να χειριστούν την υπόθεση. Αυτό από μόνο του "τρώει κόκκινη κάρτα", γιατί ακόμα και με την υπόνοια ότι πρόκειται για serial killer, ανασκουμπώνεσαι και παίρνεις μπρος. Δεν κάθεσαι να "διυλίσεις τον κώνωπα" και να παρακωλύεις την έρευνα με τυπολατρικές δικαιολογίες. Από την άλλη έχουμε, τον αστυνομικό επιθεωρητή να ερευνά τον τόπο του εγκλήματος παρέα με την tattoo artist. Χέρι-χέρι η αστυνομία με τους πολίτες...;! Ε, δεν γίνονται αυτά! Επίσης, δεν γίνεται να ανησυχείς αν επιμολύνθηκε ένα αντικείμενο που βρήκες στον τόπο του εγκλήματος, εφόσον υπάρχουν χίλια-δυο άλλα που αποτελούν αδιάσειστη απόδειξη του εγκλήματος που έχει διαπραχθεί. Κάτι τέτοια χαζά, συν το αναπόφευκτο love story, που δημιουργείται μεταξύ της Μάρνι και του Φράνσις με έκαναν να μειδιάζω ειρωνικά κάθε τόσο.

Κι αυτά που εκτίμησα...
Αυτό που μου άρεσε ιδιαιτέρως -βασικά πάντα μου αρέσει όταν το συναντώ στα βιβλία- είναι τα εμβόλιμα κεφάλαια, στα οποία μας "μιλάει" σε πρώτο πρόσωπο, ο δράστης. Θεωρώ ότι δίνουν μια ξεχωριστή δυναμική στο κείμενο κι ενδιαφέρον. Έτσι κι εδώ, έχουμε τον κλέφτη των τατουάζ, να μοιράζεται μαζί μας, σκέψεις, συναισθήματα και προθέσεις.

Στα υπέρ του βιβλίου και το πανέμορφο εξώφυλλο αλλά και η όπως πάντα, εξαίρετη μετάφραση του Αυγούστου Κορτώ. Ό,τι κι αν έχω διαβάσει σε μετάφραση δική του, με έχει αφήσει απόλυτα ικανοποιημένη από πλευράς μετάφρασης.

Εν κατακλείδι, το "Ο κλέφτης τον τατουάζ" είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, με στοιχεία θρίλερ. Έχει αρκετά θεματάκια, ωστόσο, όπως είπα στην εισαγωγή μου, είναι με τέτοιο τρόπο γραμμένο, που δύσκολα το αφήνεις από το χέρι σου. Ίσως να είναι και το ιδιαίτερο θέμα του, το οποίο κακά τα ψέματα, είναι πολύ γοητευτικό. Είναι ένα βιβλίο, το οποίο διαβάζεται νεράκι και ξεκούραστα, όσο κι αν είναι ανατριχιαστικό στις περιγραφές του. Το προτείνω ως ένα χαλαρό ανάγνωσμα, για να περάσει ευχάριστα η ώρα. Θέλω να πιστεύω ότι αν στην πρώτη συγγραφική της απόπειρα κατάφερε να φέρει τούμπα τις όποιες αρνητικές εντυπώσεις και να αφήσει τον αναγνώστη με γλυκιά γεύση στο στόμα, στο επόμενό της η Μπέλσαμ θα κάνει θαύματα.

Κλείνω εδώ γιατί δεν θέλω όσοι ΔΕΝ έχουν διαβάσει το βιβλίο να διαβάσουν παρακάτω.
Spoiler alert...
Spoiler alert...
Spoiler alert...
Spoiler alert...
Spoiler alert...

Αν έχεις διαβάσει το βιβλίο, προχώρα στην ανάγνωση. Αν όχι, άστο καλύτερα!
Κάτι που εκτίμησα επίσης, είναι το εξής: Όσο προχωρούσε η ιστορία, το μυαλό μου καταστάλαζε σε κάποιο συγκεκριμένο άτομο -συγκεκριμένα στον μέντορα της Μάρνι, τον Ιάπωνα Ιουσάο (ή όπως τον έλεγαν τέλος πάντων). Η Belsham όμως ανέτρεψε την υποψία μου, βάζοντας στην θέση του ιθύνοντα νου, ένα άτομο το οποίο ούτε καν φανταζόμουν. Έναν άοσμο, άγευστο κι άχρωμο τύπο, ο οποίος κάνει ένα εντελώς αδιάφορο πέρασμα κι ούτε θα φανταζόμουν ποτέ ότι θα λάμβανε τόσο σημαντικό ρόλο στη συνέχεια! Κι έτσι η επίπτωση της αποκάλυψής του ήταν πολύ ηχηρή και με ικανοποίησε.

Αντίθετα, όσον αφορά στον "κλέφτη" η αποκάλυψη του ατόμου ήταν τόσο αδύναμη που πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Μιλάμε για ένα άτομο που δεν φάνηκε ποτέ και πουθενά στην ιστορία. Ένα άτομο το οποίο είναι εντελώς ξένο προς τον αναγνώστη. Η έκπληξη (αν υπήρξε) λοιπόν είχε πολύ αρνητική χροιά. Πως να συμπαθήσεις ή να αντιπαθήσεις ένα άτομο το οποίο δεν γνωρίζεις καν; Πως να συμπάσχεις μαζί του και πως να κατανοήσεις τους σκοπούς του; Δεν ξέρω τι είχε στο νου της η Μπέλσαμ όταν δημιουργούσε αυτόν τον χαρακτήρα, ειλικρινά. Μάλλον ξέμεινε από επιλογές.


Στοιχεία βιβλίου:
Ιστοσελίδα: Πατήστε εδώ
Συγγραφέας: Άλισον Μπέλσαμ
Μετάφραση: Αύγουστος Κορτώ
Ηλικία: 18+
Σελίδες: 424
Ημερ. έκδοσης: 18 Απριλίου 2019
ISBN: 978-618-01-2905-2


Βιογραφικό της συγγραφέως:
Η Άλισον Μπέλσαμ ξεκίνησε αρχικά να γράφει με τη φιλοδοξία να γίνει σεναριογράφος και το 2000 τιμήθηκε με έπαινο στα βραβεία Orange για σενάρια. Το 2001 ήταν στη βραχεία λίστα του διαγωνισμού Drama Writer του BBC.

Το 2016 "Ο κλέφτης των τατουάζ" το πρώτο της αστυνομικό μυθιστόρημα, κέρδισε το πρώτο βραβείο στο Bloody Scotland Crime Writing Festival.

17η συνάντηση Λέσχης Ανάγνωσης Σαντορίνης

---Δημοσίευση: 30/07/2020---
Η ιστοσελίδα Βιβλιοσημεία (με αρχισυντάκτρια τη Λιάνα Τζιμογιάννη) στηρίζει τη Λέσχη Ανάγνωσης Σαντορίνης, με συντονιστή τον Ξενοφώντα Φύτρο, συγγραφέα και συντάκτη στα Βιβλιοσημεία.


Την Κυριακή 26 Ιουλίου 2020 πραγματοποιήθηκε η 17η συνάντηση της Λέσχης και συζητήθηκε το βιβλίο του Ίαν Μακ Γιούαν "Μηχανές σαν κι εμένα". Η εν λόγω συνάντηση έλαβε χώρα στον πολιτιστικό χώρο Symposion by la Ponta (Μεγαλοχώρι Σαντορίνης). Κάθε συνάντηση οργανώνεται σε διαφορετικό σημείο.


Μάθετε πού και πότε γίνονται οι συναντήσεις στην σελίδα της Λέσχης στο Facebook!!! Δηλώστε συμμετοχή!!!


Περίληψη οπισθόφυλλου:
Σε έναν κόσµο όχι ακριβώς όµοιο µε τον δικό µας, δυο εραστές θα περάσουν µια δοκιµασία που υπερβαίνει τα όρια της κατανόησης και της αντοχής τους.

Η Βρετανία έχει ηττηθεί στον Πόλεµο των Φόκλαντ, η Μάργκαρετ Θάτσερ δίνει µάχη µε τον Τόνυ Μπεν για την εξουσία και ο Άλαν Τιούρινγκ επιφέρει επαναστατική τοµή στον τοµέα της τεχνητής νοηµοσύνης.

Το "Μηχανές σαν κι εµένα" εκτυλίσσεται σε ένα εναλλακτικό Λονδίνο της δεκαετίας του 1980. Ο Τσάρλι, ένας τριαντατριάχρονος ανθρωπολόγος που δοκιµάζει την τύχη του στο χρηµατιστήριο αποφεύγοντας συνειδητά την εργασία πλήρους απασχόλησης, είναι ερωτευµένος µε τη Μιράντα, µια έξυπνη φοιτήτρια που κρύβει ένα τροµερό µυστικό. Όταν ο Τσάρλι κληρονοµεί ένα σεβαστό ποσό, αγοράζει τον Αδάµ, ένα από τα πρώτα ανδροειδή που αναπαράγουν πιστά το σώµα και τις νοητικές λειτουργίες του ανθρώπου, και µε τη βοήθεια της Μιράντας σχεδιάζει την προσωπικότητά του. Το σχεδόν τέλειο ανδροειδές που προκύπτει είναι ωραίο, δυνατό, και ευφυές. Σύντοµα θα σχηµατιστεί ένα ερωτικό τρίγωνο ανάµεσα στον Τσάρλι, στη Μιράντα και στον Αδάµ, φέρνοντάς τους αντιµέτωπους µε ένα βαθύ ηθικό δίληµµα.

Το "Μηχανές σαν κι εµένα" είναι ένα ανατρεπτικό µυθιστόρηµα που θέτει το ερώτηµα αν µια µηχανή µπορεί να κατανοήσει την ανθρώπινη καρδιά ή αν, τελικά, εκείνοι από τους οποίους λείπει η κατανόηση και η ενσυναίσθηση είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
Η άποψή μου:
(γράφει ο Ξενοφών Φύτρος)
Όταν διαβάζεις συγκεκριμένους συγγραφείς πρέπει να είσαι (τουλάχιστον) υποψιασμένος: μην περιμένεις συμβατική πλοκή και συμβατικούς ήρωες. Για τον Βρετανό Ian Mac Ewan (γεν. 1948) θα έπρεπε να το είχα φανταστεί μετά το ευρηματικό "Καρυδότσουφλο" (Πατάκης, 2018), όπου ήρωας και αφηγητής της ιστορίας είναι το αγέννητο έμβρυο (!) μιας γυναίκας που επιδιώκει να σκοτώσει τον άντρα της με τη βοήθεια του εραστή της. Στο "Μηχανές σαν κι εμένα" όμως, ο συγγραφέας δεν εφευρίσκει απλώς ένα πρωτότυπο σενάριο· προχωράει πολύ παραπέρα. Αψηφώντας με τόλμη νόρμες και κανόνες αναπλάθει την ιστορική πραγματικότητα και δημιουργεί μία δική του, η οποία όμως μοιάζει τόσο αληθινή! Γιατί όχι, άλλωστε; Η Μεγάλη Βρετανία θα μπορούσε να έχει χάσει τον πόλεμο των Φώκλαντ. Ο Άλαν Τιούρινγκ θα μπορούσε να μην έχει αυτοκτονήσει. Ο Τόνι Μπεν θα μπορούσε να έχει γίνει πρωθυπουργός και να έχει δολοφονηθεί. Οι Beatles θα μπορούσαν να έχουν βγάλει νέο άλμπουμ μετά από δώδεκα χρόνια. Και το κυριότερο: ο άνθρωπος θα μπορούσε να έχει φτιάξει ένα τεχνητό ον «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» του, ήδη από τη δεκαετία του ογδόντα...

Ο Mac Ewan προβληματίζεται και προβληματίζει. Θέμα του δεν είναι η επιστήμη και τα τεχνολογικά επιτεύγματα. Οι ήρωές του, ο άεργος Τσάρλι και η εσωστρεφής Μιράντα, δεν έχουν επιστημονικές γνώσεις και το παραδέχονται. Για τους δυο τους, ο Αδάμ, ένα ανδροειδές κατασκεύασμα, πλασμένο από εταιρία υψηλής τεχνολογίας, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία συσκευή, ένα παιχνίδι: μία μηχανή που έχει κουμπί on/off και λειτουργεί ως οικιακή βοηθός, ως επαγγελματικός συνεργάτης, ως συντροφιά στο τραπέζι του φαγητού ή στη βόλτα στη γειτονιά, ακόμα και ως σεξουαλικό βοήθημα. Ο Αδάμ όμως, όπως και η θηλυκή ρέπλικά του, η Εύα, είναι εφοδιασμένος με ένα μεγάλο όπλο, και ταυτόχρονα ίσως με μία μεγάλη κατάρα: με ανθρώπινη νόηση και την ικανότητα να ξεχωρίζει το καλό από το κακό. Κι εδώ είναι τα ερωτήματα που έμμεσα θέτει ο συγγραφέας: τι είναι καλό και τι κακό; Τι συμβαίνει όταν καλό για κάποιον σημαίνει κακό για κάποιον άλλον; Ποιος θα κρίνει ποιος και τι πρέπει να θυσιαστεί για κάποιον υψηλότερο σκοπό; Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα; Το ψέμα μπορεί να υπηρετήσει την αλήθεια; Κι αν τα ερωτήματα αυτά δεν μπορούν να απαντηθούν με σαφήνεια από τον μέσο άνθρωπο, πώς θα τα απαντήσει μία μηχανή που είναι φτιαγμένη για να λειτουργεί με την ακρίβεια των αριθμών και των αλγορίθμων, χωρίς συναισθηματικές ή άλλες παρεκκλίσεις;

Το "Μηχανές σαν κι εμένα και άνθρωποι σαν κι εσένα" -όπως είναι ο πλήρης τίτλος του βιβλίου- δεν είναι ένα μυθιστόρημα για να περάσει την ώρα του ο αναγνώστης. Σε ορισμένα σημεία του, κυρίως εκεί όπου στην πλοκή εμφανίζεται η ιδιοφυία που λέγεται Άλαν Τιούρινγκ, θυμίζει δοκίμιο ή μελέτη πάνω στον πολύπλοκο ανθρώπινο χαρακτήρα και την απρόβλεπτη ανθρώπινη συμπεριφορά. Η συχνή αναφορά προσωπικοτήτων του παρελθόντος φανερώνει την ευρυμάθεια του συγγραφέα αλλά και το μέγεθος δυσκολίας της μετάφρασης, έργο το οποίο επιτελεί άψογα η Κατερίνα Σχινά. Ταυτόχρονα κάνει απαιτητική τη δουλειά του αναγνώστη, που θα κουραστεί ίσως σε κάποια σημεία, πριν διαπιστώσει τελικά ότι στον Mac Ewan δεν αρέσουν τα εύκολα: ούτε τα ερωτήματα, ούτε οι απαντήσεις· αλλά ούτε και η ανάγνωση και απόλαυση των πρωτοποριακών μυθιστορημάτων του.

Φράση που μου έμεινε:
«Πραγματικά έχεις αισθήματα; Νιώθεις
«Νιώθω τα πάντα πολύ βαθιά. Παραπάνω απ’ ότι μπορώ να εκφράσω με λόγια».

Το βιβλίο συζητήθηκε στην 17η συνάντηση της Λέσχης Ανάγνωσης Σαντορίνης, της βιβλιοφιλικής παρέας του νησιού που δραστηριοποιείται εδώ και ενάμιση χρόνο. Στην πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα αναλύθηκαν τα ηθικά ζητήματα που θέτει ο συγγραφέας, η επιρροή της τεχνολογίας στη ζωή μας και η αλληγορική πραγματικότητα με την αντιστροφή ιστορικών γεγονότων, κάτι που μας εξέπληξε.
*Ευχαριστώ τις εκδόσεις Πατάκη και την ιστοσελίδα Βιβλιοσημεία για την προσφορά του δωρεάν αντιτύπου. Ευχαριστώ το Symposion_by La Ponta για τη θερμή φιλοξενία.

Στοιχεία του βιβλίου:
Ιστοσελίδα: Πατήστε εδώ
Συγγραφέας: Ίαν Μακ Γιούαν
Μετάφραση: Κατερίνα Σχινά
Σελίδες: 416 / Διαστάσεις: 14x21
Ημερ. έκδοσης: Σεπτέμβριος 2019
ISBN: 978-960-168-472-7


Βιογραφικό του συγγραφέα:
Ο Ίαν Μακ Γιούαν γεννήθηκε το 1948, σπούδασε στα Πανεπιστήμια Sussex και East Anglia και δημοσίευσε την πρώτη του συλλογή διηγημάτων, με τίτλο "Fist Love, Last Rites", το 1975, αποσπώντας μάλιστα το βραβείο Somerset Maughman, και τη δεύτερη με τίτλο "Between the Sheets", το 1977. Το 1987 κέρδισε το Whitbread Award (και το Prix Femina Etranger, έξι χρόνια μετά), για το μυθιστόρημά του "Child in Time". Έχει γράψει αρκετά μυθιστορήματα και σενάρια για τον κινηματογράφο. Τρία μυθιστορήματά του συμπεριλήφθηκαν στις τελικές υποψηφιότητες για το βραβείο Booker ("Έμμονη αγάπη", "Άμστερνταμ", "Εξιλέωση"). Το βραβείο τού απονεμήθηκε, τελικά, το 1998, για το "Άμστερνταμ". Η "Εξιλέωση" (2002), επίσης, έχει τιμηθεί με τα εξής βραβεία: W.H. Smith Literary Award (2002), National Book Critics Circle Fiction Award (2003), Los Angeles Times Prize for Fiction (2003), και Santiago Prize for the European Novel (2004). Για το μυθιστόρημα "Σάββατο" τιμήθηκε το 2006 με το βραβείο James Tait Black Memorial Prize.

Βιβλιοάποψη: "Γράμματα στον αδελφό του Θεόδωρο"

---Δημοσίευση: 29/07/2020---
Περίληψη οπισθόφυλλου:
Σαν εκείνους τους ολόλαμπρους κόκκινους, κίτρινους ήλιους που τόσο συχνά βλέπουμε στο απέραντο έργο του, έτσι κι η μεγαλοφυΐα του Βικέντιου Βαν Γκογκ προβάλλει μέσ’ από τα Γράμματα, ωραία, αδρή και άτρωτη. Εδώ υπάρχει μονάχα ο καλλιτέχνης που, απ’ τα πρώτα του βήματα, ξέρει τι θέλει, ξέρει τι ζητάει και προπάντων πώς να το πετύχει. Με μιαν αδάμαστη θέληση, με μια επίμονη διορατικότητα που μονάχα οι «από Θεού» διαθέτουν, ανεβαίνει το δύσκολο δρόμο του, σίγουρος για τη δουλειά του, βέβαιος για τη δόξα και την αθανασία. Κρατώντας για τον εαυτό του το ραβδί του αναχωρητή και το ξερό ψωμί και τα ξυλοπάπουτσα του χωριάτη, χαρίζει τους θησαυρούς της ψυχής και της τέχνης του σ’ όσους μπορούν να τον καταλάβουν και να νιώσουν τον ανασασμό των δέντρων και τη θλίψη της φτωχικής καλύβας. Και δω, στα Γράμματά του, μια καλλιτεχνική ψυχή δείχνει όλο το θεϊκό μεγαλείο της.

Η άποψή μου:
(γράφει η Μαριάννα Φλέσσα)
Είναι ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους καλλιτέχνες που έζησαν ποτέ. Οι πίνακές του εκτιμήθηκαν από στρατιές φιλότεχνων. Η μοναδικότητα της τεχνοτροπίας του και τα θέματα των έργων του είναι παγκοσμίως γνωστά. Ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ αγαπήθηκε όσο λίγοι ζωγράφοι. Ιδιοφυΐα της τέχνης του -ήταν μια ιδιαίτερη προσωπικότητα που παρεξηγήθηκε πολύ όταν ζούσε. Οι πίνακές του έτυχαν ελάχιστης αποδοχής και αυτός που σήμερα αξίζει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, πούλησε έναν μόνο πίνακα ζωγραφικής, όσο ήταν εν ζωή! Οι εκδόσεις Γκοβόστη στην επανέκδοση του βιβλίου «Βαν Γκογκ, Γράμματα στον αδελφό του Θεόδωρο» μας δίνουν την ευκαιρία να γνωρίσουμε άγνωστες πτυχές της ζωής τού μεγάλου καλλιτέχνη μέσα από την αλληλογραφία του με τον μικρότερο αδελφό του, Θεόδωρο ή όπως τον αποκαλούσε χαϊδευτικά, τον Τεό.

Ο Βαν Γκογκ γεννήθηκε το 1853 σ’ ένα χωριό κοντά στην πόλη Μπρέντα της Ολλανδίας. Ο πατέρας του ήταν πάστορας και ήταν ο πρωτότοκος γιος μιας πολύτεκνης οικογένειας με έξι παιδιά. Αν και οι πρόγονοί του ήταν ευκατάστατοι αστοί, η οικογένεια του Βίνσεντ δεν ήταν διόλου πλούσια. Αντίθετα θα λέγαμε ότι ήταν πάμπτωχοι. Τελειώνοντας τη βασική του εκπαίδευση, ο νεαρός, αρχικά, επιχείρησε να ακολουθήσει τα βήματα του πατέρα του και να γίνει κι αυτός πάστορας. Δεν ήταν όμως εύκολο γι’ αυτόν. Η ευαίσθητη ψυχή του και η μοναχική φύση του, του υπαγόρευαν να είναι ιδιαίτερα δοτικός με το ποίμνιό του σε σημείο να παραμελεί τον εαυτό του. Συγκρουόταν άγρια και γινόταν ιδιαίτερα δυσάρεστος από τον άμβωνά του με όλους αυτούς που εκμεταλλεύονται τους φτωχούς εργάτες της περιοχής όπου υπηρετούσε γιατί θεωρούσε ότι ήταν υπό την προστασία του. Σχεδόν διωγμένος τα αφήνει όλα πίσω του και στρέφεται για βοήθεια στον μικρότερο αδερφό του Τεό, με τον οποίο είναι ιδιαίτερα δεμένος και στην ουσία είναι ο μόνος κοντινός του άνθρωπος. Ο Τεό τον περιθάλπει και είναι ίσως ο μοναδικός που τον στηρίζει και έχει πίστη στο ταλέντο του για να ασχοληθεί με αυτό που μοιάζει να είναι η μοναδική ακτίνα ελπίδας: τη ζωγραφική.

Στο βιβλίο «Βαν Γκογκ, Γράμματα στον αδελφό του Θεόδωρο» έχουμε όλες τις επιστολές που απευθύνονται στον Τεό και απέστειλε ο Βίνσεντ, από τον Ιούλιο του 1873 ως και την τελευταία που βρέθηκε πάνω του μετά την αυτοκτονία του στις 29 Ιουλίου 1890. Αφορούν την περίοδο της ζωής του μετά τη βασική του εκπαίδευση και ο ίδιος μας διηγείται την προσπάθειά του να βρει τον προορισμό του και την κλίση του. Ο μεγάλος ζωγράφος μέσα από τα γράμματά του μας αποκαλύπτει όλες τις πλευρές του χαρακτήρα του. Τις πιο μύχιες σκέψεις γιατί ας μην ξεχνάμε, απευθύνεται στον πιο αγαπημένο του άνθρωπο, στο μοναδικό ίσως φίλο και αδερφό του, τον οποίο εμπιστεύεται απόλυτα. Του μιλάει για τις αναζητήσεις του, για τους φόβους του, για την Τέχνη. Απαριθμεί όλες τις δυστυχίες του, τους έρωτές του. Μέσα από τις επιστολές του θαύμασα τις τεράστιες γνώσεις τέχνης που έχει. Την ικανότητα να μεταφράζει όλα όσα συμβαίνουν γύρω του σε πίνακα που προκαλεί δυνατά συναισθήματα. Δεν ζωγραφίζει μόνο γιατί του το επιβάλει μια εσωτερική ανάγκη έκφρασης. Ο Βαν Γκογκ μετουσιώνει σε χρώμα όλες τις επιρροές των προγενέστερων ζωγράφων σε ένα καινούργιο εντυπωσιακό ιδίωμα που αφηγείται την φύση, τον κόσμο, την ίδια του την ψυχή. Την τύχη του μεγάλου ζωγράφου όλοι μας τη γνωρίζουμε. Έχοντας πέσει σε κατάθλιψη με πιθανότερη αιτία τη δυσκολία του να επικοινωνήσει με τους συνανθρώπους του, αυτοκτόνησε το 1890 λίγο έξω από το Παρίσι με μία σφαίρα στην καρδιά.

Το βιβλίο είναι επανέκδοση της παλαιότερης έκδοσης του 1952 των επιστολών από τον Γκοβόστη. Έχει μια ιδιόρρυθμη ορθογραφία που στην αρχή με δυσκόλεψε στην ανάγνωσή τους και όπως εξηγείται εντός: «[...] Οι ορθογραφικές ιδιαιτερότητες καθρεφτίζουν τις πρωτοποριακές απόψεις και τις ανησυχίες του Κώστα Γκοβόστη, ενός από τους πιο φωτισμένους εκδότες που εμφανίστηκαν στην πνευματική ζωή του τόπου». Κάθε σελίδα φέρει έναν υπέρτιτλο όπου επιγραμματικά έχουμε το θέμα της. Πχ: «Οι Πατατοφάγοι» που αναφέρεται στην πηγή έμπνευσης για να ζωγραφίσει το διάσημο πίνακά του ή «Η Θρησκεία μου, του Τολστόη», όπου αναφέρεται στο βιβλίο του γνωστού συγγραφέα που διαβάζει την περίοδο εκείνη και σχολιάζει το περιεχόμενό του. Ο επικεφαλίδες βοηθούν πολύ και είναι πολύ εύκολο για τον αναγνώστη να βρει και να εντοπίσει συγκεκριμένα καίρια σημεία της ζωής του μεγάλου καλλιτέχνη.

Οι θαυμαστές του έργου του Βίνσεντ Βαν Γκογκ δεν θα μπορούσαν να είχαν καλύτερη θέαση της ζωής του από τις επιστολές του ιδίου. Είναι γραμμένες σε απλή γλώσσα και αναλύει σχεδόν κάθε κομμάτι της καθημερινής ζωής του. Κάποιες φορές, επειδή δεν υπάρχουν οι απαντητικές επιστολές του αδερφού του, νόμιζα ότι διάβαζα το ημερολόγιο του καλλιτέχνη. Γράφει πολύ ωραία, στρωτά, περιγραφικά και αναμφισβήτητα διαθέτει ταλέντο και στον γραπτό λόγο. Κάποιες φορές φιλοσοφεί για τη φύση του ανθρώπου και για την Τέχνη με ιδιαίτερη επιτυχία και αυτό μαρτυρά ότι έλαβε μια εξαιρετική μόρφωση που το επιτρέπει να έχει μία κριτική θέση τόσο με τους προγενέστερους ομότεχνούς του όσο και με τους σύγχρονούς του. Άλλοτε πάλι, συγκινήθηκα πολύ από τον εσωτερικό αγώνα που διάγει για να είναι αγαπητός και αποδεκτός. Για να έχει φίλους. Κάποιες στιγμές η απόγνωσή του με έπνιξε.

Εν πολλοίς, μπορεί να πει κανείς ότι η ανάγνωσή τους απάντησε σε πολλές απορίες που είχα για την ζωή του και για τον τρόπο που ζωγράφιζε. Θεωρώ ότι δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να γνωρίσει κάποιος τις πιο ενδόμυχες σκέψεις του και τα πιο κρυφά του συναισθήματα από αυτές τις επιστολές. Διαβάστε το και θα γοητευτείτε από τις γνώσεις του και από την ευαισθησία του!


Στοιχεία βιβλίου:
Ιστοσελίδα: Πατήστε εδώ
Συγγραφέας: Βαν Γκογκ
Μετάφραση: Σ. Σκιαδαρέσης
Σελίδες: 312 / Διαστάσεις: 15Χ23
Ημερ. έκδοσης: 1952
ISBN: 960-270-005-Χ / 978-960-270-005-1

Βιβλιοάποψη: "Αγριότοπος"

---Δημοσίευση: 25/07/2020---
Περίληψη οπισθόφυλλου:
Ο Ντέμιαν Τζόουνς δεν είχε ξαναβρεθεί στον Αγριότοπο των Εκατό Μιλίων του Μέιν, μία από τις πιο γοητευτικές και ταυτόχρονα πιο δύσκολες και απαιτητικές διαδρομές σε βουνό. Όμως είχε πια πάρει την απόφαση να κάνει αυτό το δεκαήμερο ταξίδι, μαζί με τη γοητευτική και χαρισματική Άμπερ και τους άλλους πέντε, όσο επικίνδυνο κι αν ήταν.

Δε σκέφτηκε δεύτερη φορά την τρομερή κούραση που θα αντιμετώπιζε, τον παράξενο καιρό που άλλαζε από στιγμή σε στιγμή πάνω στο βουνό, τις επίπονες αναρριχήσεις πάνω σε κοφτερούς βράχους, τους ορμητικούς χειμάρρους, τα θανάσιμα τσιμπούρια ή τις αρκούδες που παραμόνευαν πίσω από τα δέντρα του πυκνού δάσους. Ήξερε καλά από κινδύνους.

Αυτό που δεν μπορούσε να υπολογίσει ήταν οι άνθρωποι-πουλιά. Οπλισμένοι με τόξα, βαλλίστρες και ματσέτες, η ομάδα των αδίστακτων ορεσίβιων είναι εκεί για έναν και μοναδικό λόγο: για να σκοτώσουν, και μάλιστα με άσπλαχνους, φρικτούς τρόπους -με τρόπους που θα σε κάνουν να ουρλιάξεις με όλη σου τη δύναμη.

Μόνο που εκεί πάνω, στον Αγριότοπο, δεν υπάρχει κανείς για να σε ακούσει. Αν θέλεις να σωθείς, πρέπει να το κάνεις μόνος σου. Πρέπει να φτάσεις στα άκρα.


Η άποψή μου:
(γράφει η Χρύσα Παναγοπούλου)
Αγαπώ τα βιβλία που ο ήρωας μπλέκει σε περιπέτειες. Ο Ντέμιαν Τζόουνς, συγγραφέας βιβλίων ζόμπι, είναι ένας από αυτούς. Όσο η ανάγνωση προχωρά, γίνεται προσωπική υπόθεση. Εγείρονται ερωτήματα:
- Θα πήγαινες για πεζοπορία σε ένα μέρος παντελώς άγνωστο;
- Για χάρη της περιπέτειας, θα διακινδύνευες τη σωματική σου ακεραιότητα;
- Είσαι από αυτούς που λατρεύουν τις ομαδικές κατασκηνώσεις;
- Για ποιο λόγο να προτιμήσεις κάτι παρακινδυνευμένο, όπως η πεζοπορία εκατό μιλίων έναντι φυσιολογικών διακοπών σε ξενοδοχείο με πισίνα ή κοντά στη θάλασσα;

Το ότι η υπόθεση διαδραματίζεται στο αγαπημένο -σε όλους μας- Μέιν, δεν είναι ο μόνος λόγος που ξεχώρισα το βιβλίο. Το ύφος και η γραφή ήταν τα πρώτα που διέκρινα. Μπορεί να είναι καλοκαίρι και να είμαστε λίγο πιο χαλαροί αλλά σε καμία περίπτωση δε θέλω το βιβλίο που επιλέγω να είναι χάσιμο χρόνου. Το παρόν δεν ανήκει σε αυτήν την κατηγορία -αντίθετα με κέρδισε από τις πρώτες κιόλας σελίδες.

Ο Ντέμιαν Τζόουνς αποφασίζει να ζήσει την περιπέτεια! Σαγηνεύεται από την όμορφη και έξυπνη ομαδάρχισσα Άμπερ και μετά από άπειρες συνομιλίες στους στο διαδίκτυο αποφασίζει να βγει από την απομόνωση, που ο ίδιος έχει επιβάλει στον εαυτό του και να ζήσει τη στιγμή και -γιατί όχι;- τον έρωτα. Πηγαίνουν όμως τα πράγματα όπως ακριβώς υπολόγιζε;

Σε όλους μας αρέσει η περιπέτεια. Ο συγγραφέας έχει τη δύναμη να δημιουργεί εικόνες. Ο τρόπος που ο καθένας μιλάει, πώς γέρνει εκείνη το κεφάλι με εγκάρδιο χαμόγελο... Από την άλλη, διαφαίνεται κάτι σκοτεινό. Ο αναγνώστης προετοιμάζεται για κάτι που έρχεται και είναι πέρα από κάθε φαντασία. Το βλέπω στο εξώφυλλο, στους σελιδοδείκτες, στην παράγραφο της εισαγωγής που σου παγώνει το αίμα. Ο συγγραφέας δεν αναλώνεται σε περιττές λεπτομέρειες. Παίζει με το φόβο του αγνώστου με τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες της πεζοπορίας, με τις επιδρομές των εντόμων, τους φυσικούς κινδύνους και δημιουργεί έτσι, μια αίσθηση κινηματογραφικής παραγωγής που θα θέλαμε να δούμε. Δεν στέκεται τόσο στην ανάλυση των προσώπων, όσο το πόσα ανάμεικτα συναισθήματα μπορεί να σου προκαλέσει ο κίνδυνος.

Θα τονίσω πως βρίσκω εξαιρετικά σπάνια τα βιβλία του είδους, που εμπεριέχουν ανθρωποκυνηγητό. Είναι κάτι που χρειάζεται εξαιρετική πειθαρχία και συγκέντρωση στο στόχο για να γραφτεί αλλά το κοινό τα υποδέχεται πάντα εγκάρδια. Λάτρεψα τα κομμάτια της αναδρομής του Ντέμιαν Τζόουνς στην ανιαρή πραγματικότητά του. Δικαιολογημένα ήθελε να ζήσει κάτι πρωτόγνωρο, αλλά ασφαλώς όχι με τέτοιο τρόπο. Τρελαίνεται;;; Αυτή η φράση μου ερχόταν στο μυαλό κάθε φορά που έμοιαζε να δέχεται στωικά τη μοίρα του ή ξυπνώντας μετά από έναν παραληρηματικό εφιάλτη. Οι σκέψεις που τρυπώνουν μέρα με τη μέρα στο μυαλό του, δίνουν ένταση και πάθος στην αφήγηση. Μα πώς αλλιώς μπορείς να φτάσεις στα άκρα;

Ο Κίλλιαν παίζει με τους ήρωές του με χειρουργική ακρίβεια. Θα έλεγε κανείς ότι έχει τον έλεγχο και τους οδηγεί. Αλλά η μεγάλη του μαεστρία είναι ότι σε κάνει να ξεχνάς. Ζώντας τον φόβο, την αγωνία, την περιπέτεια, ξεχνάς μια μικρή λεπτομέρεια που οδηγεί σε ένα αναπάντεχα ανατρεπτικό τέλος, αλλά πλήρως αιτιολογημένο. Είναι σίγουρα από τα καλύτερα φετινά βιβλία και όχι μόνο για το καλοκαίρι!

Διαβάστε την άποψη του Χρήστου Αναστασόπουλου για το πρώτο βιβλίο της σειράς "Στα άκρα".


Στοιχεία βιβλίου:
Ιστοσελίδα: Πατήστε εδώ
Σειρά: Στα άκρα #2
Συγγραφέας: John Killian
Σελίδες: 408
Ημερ. έκδοσης: Ιούλιος 2020
ISBN: 978-960-507-139-4


Βιογραφικό του συγγραφέα:
Πίσω από το όνομα John Killian βρίσκεται ένας γνωστός Έλληνας συγγραφέας. Η σειρά περιπετειωδών θρίλερ "Στα άκρα", που ξεκίνησε με το μπεστ σέλερ "Νεκρή πόλη", θα φιλοξενήσει και άλλα μυθιστορήματά του, που όλα τους διαδραματίζονται στην Αμερική.

Βιβλιοάποψη: "Η γραμμή του μεσονυχτίου"

---Δημοσίευση: 25/07/2020---

Περίληψη οπισθόφυλλου:
Ο Τζακ Ρίτσερ έχει μια άσχημη μέρα. Δε θα ήταν καλή ιδέα να μπλεχτείς στα πόδια του.

Κάνοντας μια βόλτα σε μια μικρή κωμόπολη στα Μεσοδυτικά, ο Ρίτσερ περνάει έξω από ένα ενεχυροδανειστήριο. Βλέπει στη βιτρίνα ένα δαχτυλίδι του 2005 από το Γουέστ Πόιντ. Είναι μικροσκοπικό• δώρο μιας γυναίκας στον εαυτό της για την αποφοίτησή της από τη στρατιωτική ακαδημία. Ο Ρίτσερ είναι κι αυτός απόφοιτος του Γουέστ Πόιντ και ξέρει τι πρέπει να πέρασε εκείνη η γυναίκα για να αποκτήσει το δαχτυλίδι. Για ποιο λόγο λοιπόν θα το αποχωριζόταν;

Ο Ρίτσερ αποφασίζει να τη βρει. Ακολουθεί βήμα-βήμα την πορεία του δαχτυλιδιού, σ’ ένα μονοπάτι χαραγμένο από εγκληματίες που τον οδηγεί στα δυτικά. Σαν τον Μεγαλοπόδαρο που βγήκε από το δάσος, φτάνει στις μακρινές και αραιοκατοικημένες περιοχές του Γουαϊόμινγκ. Το μόνο που θέλει, είναι να βρει την ιδιοκτήτρια του δαχτυλιδιού. Αν διαπιστώσει ότι εκείνη η γυναίκα είναι καλά, θα την αφήσει στην ησυχία της και θα φύγει. Αν όμως δεν είναι καλά, τότε αλίμονο σε όποιον σταθεί εμπόδιο στο δρόμο του.


Η άποψή μου:
(γράφει ο Χρήστος Αναστασόπουλος)
Ο συγγραφέας μπαίνει αμέσως στην υπόθεση, όπως πάντα, χωρίς φαμφάρες, περιστροφές και ανώφελους εντυπωσιασμούς. Ένα τυχαίο και πάρα πολύ απλό γεγονός ιντριγκάρει τον γνωστό σε όλους πλέον Τζακ Ρίτσερ και σταδιακά τα πράγματα περιπλέκονται τόσο πολύ που αναρωτιέσαι, αν είναι δυνατόν.

Ο Lee Child είναι αριστοτέχνης, με αμέτρητες γνώσεις και συλλαμβάνει κάποιες λεπτομέρειες που φαίνονται απίστευτες και πολύ δύσκολα θα σκεφτόταν ένας κοινός νους. Αυτές οι λεπτομέρειες που χρησιμοποιεί όμως, για να μας κεντρίσει το ενδιαφέρον και να μας μαγέψει, είναι που μας βάζουν στον κόσμο του, στο περιβάλλον του και μας αναγκάζουν να είμαστε πάντα παρόντες. Η γραφή μπορεί να είναι απλή, αλλά συνάμα ουσιαστική και σε κάνει να γυρίζεις τις σελίδες ανελλιπώς.

Ο ήρωας εκτός από πανέξυπνος φαίνεται να έχει πολύπλοκες σκέψεις και προσπαθεί με ερωτήσεις να απαντήσει στις απορίες του, αλλά και στις δικές μας τρίτες ή τέταρτες που μπορεί να υποβόσκουν στο υποσυνείδητό μας.

Το τέλος είναι συγκλονιστικό -δεν το περίμενα και μας διδάσκει αμέτρητα πράγματα! Δεν θα γράψω τι ακριβώς, αλλά θα σας αφήσω να τα ανακαλύψετε μονάχοι σας!


Διαβάστε εδώ την άποψη του Χρήστου για "Το πέμπτο επίπεδο" και το "Νυχτερινό σχολείο" του Lee Child.


Στοιχεία βιβλίου:
Ιστοσελίδα: Πατήστε εδώ
Συγγραφέας: Lee Child
Μετάφραση: Νίκος Ιβραηνίας
Σελίδες: 408
Ημερ. έκδοσης: Μάιος 2020
ISBN: 978-960-507-136-3


Βιογραφικό του συγγραφέα:
Ο Λη Τσάιλντ γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βρετανία. Σπούδασε νομικά και εργάστηκε για δεκαοχτώ χρόνια στην ιδιωτική τηλεόραση. Το πρώτο του μυθιστόρημα "Κλοιός θανάτου", γνώρισε ενθουσιώδη υποδοχή από το αναγνωστικό κοινό και τους κριτικούς, μπήκε στη λίστα των μπεστ σέλερ των Sunday Times και τιμήθηκε με το βραβείο Άντονι και το βραβείο Μπάρι για το καλύτερο μυθιστόρημα πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα.

"Η τελική αναμέτρηση", το δεύτερο βιβλίο του, απέσπασε το 1999 το βραβείο Thumping Good Read από το WH Smith. Μέχρι τώρα έχει γράψει δώδεκα βιβλία με ήρωα τον Τζακ Ρίτσερ, τον μοναχικό περιπλανώμενο, πρώην αστυνομικό του στρατού, που έγιναν όλα μπεστ σέλερ. Ο συγγραφέας ζει σήμερα στο Μανχάταν και στη νότια Γαλλία. Αφιερώνει τον ελεύθερο χρόνο του στη μουσική και στο διάβασμα, καθώς και στους Γιάνκις, την Άστον Βίλα και τη Μαρσέιγ.

Βιβλιοάποψη: "Ένα πουλί στον ώμο μου"

Περίληψη οπισθόφυλλου:
Στάθηκε στον ώμο μου και δε φεύγει με τίποτα.

Και τώρα δεν ξέρω πώς να ξεφορτωθώ αυτό το παράξενο πουλί που μου μιλάει ασταμάτητα...



Στοιχεία βιβλίου:
Ιστοσελίδα: Πατήστε εδώ
Κείμενο / Εικονογράφηση: Sibylle Delacroix
Ηλικία: Για παιδιά 4+ ετών
Σελίδες: 32 / Διαστάσεις: 21x29εκ.
Ημερ. έκδοσης: Νοέμβριος 2019
ISBN: 978-618-5151-84-3



Η άποψή μου:
(γράφει ο Χρήστος Αναστασόπουλος)
Υπέροχη ιστορία με αρκετά νοήματα, εξαιρετική έκδοση και πάρα πολύ όμορφη εικονογράφηση!

Η πρώτη μέρα στο σχολείο είναι ή φαντάζει τρομακτική στα περισσότερα παιδιά. Υπάρχει το άγχος και η αγωνία της ένταξης σε μια καινούργια (πρώτη) κοινωνία.

Υπάρχει η ανάγκη να ενταχθούμε κάπου, η ανάγκη να κάνουμε φίλους, η ανάγκη για επικοινωνία. Φίλοι όμως δεν είναι μόνο οι άνθρωποι, αλλά και τα ζώα. Οι φίλοι μας καμιά φορά είναι καταπιεστικοί, γιατί τους δίνουμε τον χώρο να μας καταπιέσουν, αλλά τις περισσότερες φορές μας φροντίζουν και βρίσκουν λύσεις εκεί όπου δεν μπορούμε να βρούμε εμείς μόνοι μας. Πολλές φορές δίνουμε τροφή στις άσχημες σκέψεις και αυτές μπορεί να γιγαντωθούν και να μας καταπιούν. Ευτυχώς υπάρχουν οι φίλοι που πάντα θα μας βοηθούν!

Βιβλιοάποψη: "Ερωτικά γράμματα από τη Μονμάρτη"

Περίληψη οπισθόφυλλου:
Ο συγγραφέας Ζυλιέν Αζουλαί είναι συντετριµµένος. Η γυναίκα του Ελέν, ο άνθρωπος που αγαπούσε περισσότερο από καθετί στον κόσµο, δεν υπάρχει πια. Είναι ωστόσο υποχρεωµένος να τηρήσει την υπόσχεση που της έδωσε προτού πεθάνει: να της γράψει τριάντα τρία γράµµατα -ένα για τον κάθε χρόνο της σύντοµης ζωής της- και να τα αφήσει, ένα-ένα, στο Κοιµητήριο της Μονµάρτης, όπου εκείνη αναπαύεται. Τηρώντας την υπόσχεσή του, ο Ζυλιέν τής διηγείται στα γράµµατά του όσα είναι αναγκασµένος να κάνει χωρίς εκείνη, αν και δε βρίσκει πια νόηµα στη ζωή, της µιλά για την αγάπη του, που πλέον δεν έχει ανταπόκριση, της λέει για τον Αρτύρ, τον µικρό τους γιο, που δε θέλει να είναι ο µπαµπάς του θλιµµένος.

Ώσπου, µια µέρα, όλα τα γράµµατα εξαφανίζονται. Στη θέση τους βρίσκονται µυστηριώδη αντικείµενα, που την προέλευσή τους ο Ζυλιέν δεν µπορεί να εξηγήσει... Κι όµως, από ένα βαθύτατα θλιβερό γεγονός θα γεννηθεί κάτι εξαιρετικά όµορφο -όπως συµβαίνει µόνο όταν βάζει το χέρι του ο έρωτας. Ή ο Νικολά Μπαρρό. Σε αυτό το έργο του, ο συγγραφέας του µυθιστορήµατος "Το Παρίσι είναι πάντα µια καλή ιδέα" (εκδ. Πατάκη, 2018) µας οδηγεί και πάλι στο Παρίσι. Αυτή τη φορά στη Μονµάρτη, σε γραφικές πλατείες και στα σκαλοπάτια της Σακρέ Κερ. Κυρίως, όµως, µας µεταφέρει στην καρδιά µιας συγκινητικής και ανθρώπινης ιστορίας.


Η άποψή μου:
(γράφει η Λιάνα Τζιμογιάννη)
Όσοι με γνωρίζουν, ξέρουν πόση αγάπη τρέφω για το Παρίσι. Κι από τον καιρό που διάβασα το «Η εποχή των κερασιών» ξέρουν πόσο αγαπώ τη γραφή του Νικολά Μπαρρό. Έχω επισκεφτεί το Παρίσι δύο φορές κατά το παρελθόν, αλλά όποτε διαβάζω τις ιστορίες του Μπαρρό, νιώθω ότι το επισκέπτομαι ξανά και ξανά και μάλιστα, με εκείνον για ξεναγό! Στην τελική, όπως ισχυρίζεται κι ο ίδιος, «το Παρίσι είναι πάντα μια καλή ιδέα» και τα ταξίδια εκεί είτε στην πράξη είτε νοερά δε θα τα βαρεθώ ποτέ!

Στο πιο πρόσφατο λοιπόν ταξίδι του, στο μυθιστόρημα «Ερωτικά γράμματα από τη Μονμάρτη», ο συγγραφέας πλάθει τη ζωή του Ζυλιέν και της ιστορίας του με την Ελέν. Ή μάλλον χωρίς εκείνη, καθώς η Ελέν έχει ήδη φύγει από τη ζωή, κάτι που μαθαίνουμε από την αρχή του βιβλίου. Ρομαντική ψυχή μέχρι το μεδούλι μου, όταν περιγράφονται ιστορίες παντοτινής αγάπης, τις ζω με όλο μου το είναι! Και πόσο πιο ρομαντικό να είναι το να εκπληρώσεις την υπόσχεση που δίνεις σε μια μελλοθάνατη, η οποία είναι και το ταίρι σου;

Βλέπετε, ο έρωτας που δεν έχει προλάβει να φθαρεί είναι παντοτινός. Ας θυμηθούμε τους έρωτες ζευγαριών όπως του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, του Αντώνιου και της Κλεοπάτρας, του Τριστάνου και της Ιζόλδης κ.λ.π. Έμειναν για πάντα στην Ιστορία ως «ανεκπλήρωτοι» για τον έναν ή τον άλλο λόγο. Όταν λοιπόν μια σχέση που οδηγήθηκε σε έναν ευτυχισμένο γάμο διαρκεί λίγο, εξαιτίας ενός παράγοντα (στην συγκεκριμένη περίπτωση, την αρρώστια της Ελέν και κατ’επέκτασιν, τον θάνατό της), τότε το «για πάντα» μπορεί να μένει ανεκπλήρωτο, αλλά ο ένας εκ των δύο θα τον θυμάται παντοτινά.

Πόσω μάλλον όταν πρέπει να πραγματοποιήσεις την τελευταία επιθυμία του ανθρώπου σου. Μία επιθυμία που άλλοι θα χαρακτήριζαν μακάβρια, ο Μπαρρό όμως μας την παρουσιάζει ως την πιο φυσική συνέχεια ενός θανάτου, που πονάει αυτόν που μένει πίσω να θυμάται: όχι ένα, όχι δύο, αλλά τριάντα τρία γράμματα στην εκλιπούσα (ο αριθμός είναι η ηλικία της κατά τον θάνατό της). Με αυτόν τον τρόπο η Ελέν θα προσπαθήσει -έστω και με τη φυσική απουσία της- να γιατρέψει τον Ζυλιέν από τη λύπη του.

Δύσκολη αποστολή, κυρίως όταν ο Ζυλιέν απορρίπτει αρχικά ως γελοία την ιδέα της νεκρής γυναίκας του, πιστεύοντας ότι οι αναμνήσεις θα τον τυραννήσουν. Όταν όμως, ως συγγραφέας έχει προπληρωθεί για να γράψει ένα μυθιστόρημα, το οποίο δε φαίνεται να ολοκληρώνεται -ούτε καν να ξεκινά!- και πρέπει να γράψει κάτι για να δώσει στον εκδότη του, αποφασίζει να βάλει σε τάξη το μυαλό του και να ξεκινήσει. Η αρχική ιδέα είναι τουλάχιστον να δοκιμάσει να γράψει ένα γράμμα και βλέποντας και κάνοντας... Έχοντας ένα σοβαρό καθήκον, να μεγαλώσει τον μικρό τους γιο, τον Αρτύρ, ο Ζυλιέν πράγματι προσπαθεί να ανέλθει από την θλίψη στην οποία έχει πέσει και ξεκινά να καταγράφει γεγονότα της ζωής του με τον γιο τους, σαν να τα διηγείται στη γυναίκα του.

Η τρυφερότητα του λόγου του Μπαρρό ξεχειλίζει στο κείμενό του, είτε όταν ο Ζυλιέν «μιλά» στην Ελέν, είτε στον γιο τους. Και μαζί με την ιστορία του, μας παίρνει από το χέρι και μας ξεναγεί στις ομορφιές της Μονμάρτης, του κοιμητηρίου -όπου είναι θαμμένοι διάσημοι καλλιτέχνες- σε πλατείες, σε παγκάκια, ή παραθαλάσσιους τόπους! Ο Νικολά Μπαρρό μας δίνει ένα ακόμα συγκινητικό και βαθιά κοινωνικό μυθιστόρημα, δείχνοντάς μας ότι κάτι καλό μπορεί να ξεκινήσει από κάτι άσχημο, έχοντας ελπίδα για το μέλλον, σκεπτόμενος το παρελθόν και ζώντας το παρόν. Για παράδειγμα, ένας καινούργιος έρωτας εκεί όπου έχασες τον παλιό...

Όπως και στα προηγούμενα βιβλία του, όλα τα πρόσωπα των ιστοριών του Μπαρρό πρωταγωνιστούν με τον τρόπο τους! Ο Αλεξάντερ, ο κολλητός φίλος του Ζυλιέν, είναι ο ρεαλιστής της παρέας, ένας άνθρωπος που νοιάζεται και το δείχνει, αλλά ταυτόχρονα, είναι απόλυτα προσγειωμένος στην πραγματικότητα. Ο μικρός Αρτύρ μοιάζει πιο ώριμος στην ηλικία των τεσσάρων χρόνων του από τον θλιμμένο πατέρα του! Ο δε Ζυλιέν διακατέχεται από αφοσίωση, επιμονή και ακεραιότητα. Πατέρας και γιος πλαισιώνονται από στοργικούς παππούδες και γιαγιάδες, καρδιακές φίλες της νεκρής και περίεργες «νεραϊδένιες» υπάρξεις...

Κανείς δεν πρέπει να κλείνει την πόρτα στην αγάπη. Κι αυτό είναι μάθημα ζωής, δοσμένο με αγάπη από τον Νικολά Μπαρρό.


Στοιχεία βιβλίου:
Ιστοσελίδα: Πατήστε εδώ
Συγγραφέας: Νικολά Μπαρρό
Μετάφραση: Πελαγία Τσινάρη
Σελίδες: 304 / Διαστάσεις: 14x21
Ημερ. έκδοσης: Νοέμβριος 2019
ISBN: 978-960-168-474-1


Βιογραφικό του συγγραφέα:
O Νικολά Μπαρρό γεννήθηκε το 1980 στο Παρίσι από Γερµανίδα µητέρα και Γάλλο πατέρα. Σπούδασε ροµαντική φιλολογία και πολιτισµό στο Πανεπιστήµιο της Σορβόννης.

Εργάστηκε σε βιβλιοπωλείο στο κέντρο του Παρισιού, όντας όµως κάθε άλλο παρά αυτό που λέµε µoνήρης βιβλιοφάγος. Το πρώτο µυθιστόρηµά του, "Η εποχή των κερασιών" (εκδ. Πατάκη, 2014), µεταφράστηκε σε 16 γλώσσες και απέσπασε επαινετικές κριτικές και ενθουσιώδεις αντιδράσεις από το αναγνωστικό κοινό.
Από το Blogger.
 
Copyright © 2017-2019. ΒΙΒΛΙΟΣΗΜΕΙΑ - All Rights Reserved
Created by Vivliosimeia | Published by Vivliosimeia |
Proudly powered by Vivliosimeia.blogspot.gr