Περίληψη οπισθόφυλλου:
«Πόσο μακριά μπορείς να φτάσεις για να υπερασπιστείς μια πατρίδα που δεν είναι δική σου;»
«Μπορεί η αγάπη να ριζώσει σε μια γη που ποτίζεται με αίμα και πάγο;»
1950. Ο Θέμος, ένας νεαρός γεωπόνος από την Ηλεία, αφήνει πίσω του τη γαλήνη του Σκουροχωρίου για να βρεθεί στο σημείο 0, του Ψυχρού Πολέμου. Ως εθελοντής του Ελληνικού Εκστρατευτικού Σώματος, βυθίζεται στη δίνη του Πολέμου της Κορέας, από τις φλόγες του Χαγκτσόν μέχρι την αυτοθυσία στο ύψωμα Χάρι. Μέσα στον όλεθρο, η συνάντησή του με την Γκου-Χουά, μια νεαρή Κορεάτισσα δασκάλα, γίνεται το μοναδικό του καταφύγιο. Ανάμεσα σε αυτοσχέδια ιατρεία και παγωμένα χαρακώματα, γεννιέται ένας δεσμός που αψηφά τις βόμβες και τη διαφορά σε γλώσσα και κουλτούρα. Είναι μια ένωση δύο ανθρώπων που προσπαθούν να διασώσουν την ομορφιά σε έναν κόσμο που καταρρέει.
Όμως η ιστορία γράφεται με πόνο. Πενήντα χρόνια αργότερα, ένα παλιό γράμμα και μια απροσδόκητη επίσκεψη θα ξεθάψουν μνήμες που ο χρόνος δεν κατάφερε να σβήσει. Ο Θέμος θα κληθεί να αντιμετωπίσει το παρελθόν του και να ανακαλύψει πως ορισμένες υποσχέσεις μένουν ζωντανές, σαν το χώμα που φυλάει μέσα του τη ζωή ακόμα και στον πιο βαρύ χειμώνα.
Βασισμένο σε ενδελεχή ιστορική έρευνα και την αυθεντική μαρτυρία του βετεράνου Κωνσταντίνου Φάρρου, το «Εκεί που ανθίζουν τα χρυσάνθεμα» είναι ένα έπος για τη θυσία, τη μνήμη και τον έρωτα που αρνείται να μαραθεί, υπενθυμίζοντας πως οι ρίζες της ψυχής είναι η μόνη αληθινή πατρίδα. Το μυθιστόρημα αυτό είναι ένας φόρος τιμής στους Έλληνες που πολέμησαν στην άλλη άκρη της γης και σε έναν έρωτα που βρήκε τον τρόπο να ανθίσει εκεί που κανείς δεν το περίμενε...
Η άποψή μου:
(γράφει η Νατάσα Ανωγειανάκη)
Ενώ έχω ολοκληρώσει την ανάγνωση του συγκεκριμένου βιβλίου εδώ και αρκετές ώρες, δεν μπορώ να βάλω σε μια σειρά τα συναισθήματά μου. Τα δάκρυα τρέχουν από τα μάτια μου, κλαίω με λυγμούς. Γράφω-σβήνω, όχι γιατί δεν ξέρω τι να γράψω, αλλά επειδή δε θέλω να αφήσω κάτι απέξω! Τολμώ να πω ότι είχα χρόνια να διαβάσω μια τόσο καλογραμμένη ιστορία η οποία είναι βασισμένη στην τεκμηριωμένη ιστορική πορεία του Ελληνικού Εκστρατευτικού Σώματος στην Κορέα 1950-1955 (ο πόλεμος της Κορέας).
Ο συγγραφέας κατάφερε με τρόπο μαγικό να συνδυάσει το πεδίο της μάχης με τη δύναμη του έρωτα φυτεύοντας, σιγά-σιγά στις καρδιές του αναγνώστη το σπόρο των χρυσανθέμων. Ένα λουλούδι που εκφράζει τους συνονόματους πρωταγωνιστές Γκου-Χουά (λουλούδι του χειμώνα-χρυσάνθεμο) και τον Θέμο (Χρυσάνθεμο). Μοιραίο να συναντηθούν κάτω από αντίξοες συνθήκες και να ενώσουν τα ιερά χώματα των πατρίδων και των ζωών τους.
Μέσα στα χαρακώματα, κάτω από αντίξοες συνθήκες, οι Έλληνες δεν πήγαν μόνο για να πολεμήσουν αλλά να σηκώσουν μαζί με το λαό της Κορέας ό,τι έμεινε όρθιο, γράφοντας ιστορία, φωνάζοντας "ΑΕΡΑ". Βιβλία έγραψαν για τα κατορθώματά τους.
Το μυθιστόρημα είναι γεμάτο από παρομοιώσεις, ωμές, ολοζώντανες περιγραφές, και γραμμένο με τόση παραστατικότητα, σε σημείο οι λέξεις να γίνονται εικόνες και οι εικόνες σιωπηλές κραυγές.
«Το χιόνι ήταν σκληρό, έκανε θόρυβο, σαν να πάταγες πάνω σε λεπτά κόκαλα.»
«Το μαχαίρι στάζει σαν πινέλο γεμάτο με κόκκινη μπογιά. Το αίμα απλώθηκε σαν κρασί σε ανισόπεδο έδαφος.»
«Οι εχθροί ήταν πολλοί, σαν ακρίδες που χυμούσαν στα καλαμπόκια.»
Σε όλες τις σελίδες διαφαίνεται η κουλτούρα και τα ήθη της Κορέας. Η πρώτη μπουκιά στο τραπέζι ανήκει στον γηραιότερο. Πριν φάνε όλοι, σκύβουν ελαφρά σε μια σιωπηλή ένδειξη ευγνωμοσύνης. Σύμφωνα με τον κομφουκιανισμό η φροντίδα των νεκρών είναι ιερό χρέος. Ο θάνατος δεν είναι τέλος, είναι μετάβαση και ο τρόπος που θάβεις τον νεκρό, καθορίζει το ποιος είσαι για τους ζωντανούς.
Άπειρες λέξεις στα κορεατικά όπως χάνοκ (παραδοσιακό ξυλόχτιστο σπίτι), κίμτσι (πικάντικο λάχανο με σκόρδο και κόκκινο πιπέρι), τσουκ (χάλκινο καζάνι), τζόκα (ανιψιά), χαμεόνι (γιαγιά από το σόι του πατέρα), χάνμποκ (παραδοσιακή κορεατική ενδυμασία), κουμ-πε (στην υγειά μας).
Ο Θέμος, μετά την ανακωχή που υπογράφηκε, γύρισε στην Ελλάδα φορτωμένος κι ας μην κρατούσε τίποτα στα χέρια του. Για χρόνια πάλευε με τη γη, με τα χέρια του να ανοίγουν ρωγμές και το μυαλό του να μετράει μέρες και όνειρα. Κάθε δραχμή που έμπαινε στην τσέπη του δεν ήταν λεφτά. Ήταν μικρές πέτρες στο γεφύρι που έχτιζε και τον χώριζε από εκείνη. Γιατί πάντα ο Θέμος ήταν το σκαλοπάτι κάτω από τα πόδια της προκειμένου να πατήσει και να μην πέσει μέσα στο νερό του ποταμού σαν πραγματικός ιππότης. Κάρμα; Τύχη; Μοίρα; Ποιος ξέρει τι να ήταν αυτό που τους ένωσε για πάντα; Οι δυο νέοι ένιωσαν κάτι πρωτόγνωρο και μοναδικό που τους έκανε να αισθάνονται άνθρωποι με συναισθήματα.
Τεράστιο βιβλίο από όλες τις απόψεις, κυρίως όμως για το βάρος που κουβαλάει και που τόσο έντεχνα αποτυπώθηκε από τον συγγραφέα σε όλες τις σελίδες του. Δεν κούρασε στιγμή και δε σας κρύβω ότι διαβάζοντας στο οπισθόφυλλο για μάχες, πολέμους, πτώματα κτλ, σκέφτηκα ότι πρόκειται για ένα καθαρά αντρικό βιβλίο. Λάθος, μεγάλο λάθος. Διαβάζεται άνετα και από γυναίκες γιατί και τα δύο φύλα θα βρουν κάτι που θα τα τραβήξει.
Το κυριότερο όλων όμως θα μάθουν γεγονότα που ούτε καν έχουν ακούσει ή ακόμη κι αν τα άκουσαν κάποτε, δεν τους έδωσαν τη σημασία που τους έπρεπε. Η ελληνική ψυχή, ο ηρωισμός, η απαράμιλλη τόλμη των παλικαριών μας που έδωσαν μάχες σώμα με σώμα στη γη της Κορέας και μια αγάπη παντοτινή.
Πολλά-πολλά συγχαρητήρια στον Παναγιώτη Γκαμούρα. Δεν είχα διαβάσει άλλοτε βιβλίο του. Με κέρδισε και με το παραπάνω, το συστήνω ανεπιφύλακτα κι ανυπομονώ για το επόμενο πόνημά του.
Ιστοσελίδα: Πατήστε εδώ




















