Βιβλιοάποψη: "Εκεί που τραγουδάνε οι καραβίδες"

Περίληψη οπισθόφυλλου:
Για χρόνια, οι φήμες για την Πιτσιρίκα του Βάλτου έδιναν κι έπαιρναν στο Μπάρκλι Κόουβ, ένα ήσυχο ψαροχώρι της Βόρειας Καρολίνας. Ο θάνατος του νεαρού Τσέις Άντριους τις έκανε να φουντώσουν ακόμη περισσότερο. Ποιος θα μπορούσε να τον είχε σκοτώσει, αν όχι εκείνο το αγριοκόριτσο που ζούσε μονάχο του στα βάθη του βάλτου;

Αλλά την Κάια δεν την είχαν καταλάβει. Ευαίσθητη και έξυπνη, είχε καταφέρει να επιβιώσει ολομόναχη, εγκαταλελειμμένη απ’ τους ανθρώπους, παρέα με τους γλάρους και μ’ όσα της δίδαξε η άμμος κι η αρμύρα. Όταν δύο νεαροί απ’ το χωριό γοητεύονται απ’ την άγρια ομορφιά της, η Κάια ανοίγεται σε μια καινούργια ζωή. Αλλά τότε συμβαίνει το αδιανόητο.

Μια ωδή στον φυσικό κόσμο και μια σπαρακτική ιστορία ενηλικίωσης, που μας υπενθυμίζει πώς τα παιδικά μας χρόνια μάς καθορίζουν για πάντα και ότι η ανθρώπινη φύση κουβαλά αρχέγονα, βίαια μυστικά, απ’ τα οποία κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει.


Η άποψή μου:
(γράφει η Χρύσα Παναγοπούλου)
Ένα λιτό εξώφυλλο και ένας πρωτότυπος τίτλος θα έλεγα ότι δεν τραβάνε για την επιλογή του βιβλίου, ωστόσο τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Ακριβώς όπως με το βάλτο.

Το βαλτοχώρι όπου ζει η βασική πρωταγωνίστρια της ιστορίας, η Κάια, έχει μέσα του ζωή. Ο βάλτος ξέρει να φροντίζει τα πλάσματά του, ξέρει να κρατάει τα μυστικά του και σου μαθαίνει τεχνικές επιβίωσης, που ποτέ δεν θα είχες φανταστεί. Η ιστορία της Κάια ουσιαστικά αρχίζει από τη στιγμή που βλέπει τη μητέρα της κομψά ντυμένη να φεύγει, κρατώντας μια μικρή, γαλάζια βαλίτσα στο χέρι. Γιατί έφυγε η μητέρα της; Η Κάια στο παιδικό της μυαλό των έξι χρόνων, δεν έχει δει καμιά μανούλα στη φύση να αφήνει τα παιδιά της κι αν γίνει αυτό, σίγουρα υπάρχει σοβαρός λόγος, μα πάντα ξαναγυρίζει.

Η προσμονή και η ελπίδα κάνουν την παιδική καρδιά να φτερουγίζει αλλά συνάμα το σημάδι της απώλειας την κάνει πιο ώριμη. Ο αδερφός της, Τζόντι, που βρίσκεται πιο κοντά στην ηλικία της, την εμψυχώνει και τη στηρίζει, ώσπου -κάτω από τον ασφυκτικό κλοιό ενός καταπιεστικού πατέρα- αναγκάζεται κι αυτός να εγκαταλείψει το βάλτο.

Το βιβλίο διαδραματίζεται στη δεκαετία του '50 και του '60 -μια εποχή γεμάτη προκαταλήψεις, κουτσομπολιά και ρατσισμό. Η Κάια δεν καταλαβαίνει μια τέτοια κοινωνία, μα πρέπει να την αντιμετωπίσει. Πάει μόνο για μία μέρα σχολείο. Εκεί μπορεί να βρει χορταστικό κολατσιό αλλά να επικριθεί από τα σκληρά παιδικά μάτια, που συνηθίζουν να κοροϊδεύουν ό,τι δεν καταλαβαίνουν ή ό,τι είναι διαφορετικό από εκείνους. Η Κάια ξέρει να κρύβεται. Ο βάλτος της προσφέρει άπειρες κρυψώνες αλλά και αγάπη κι άσυλο.

Κι έτσι, τα χρόνια περνάνε και περνάνε με ένα και μόνο στόχο: την επιβίωση. Θα γνωρίσει τον Σάλτα, έναν έγχρωμο απόκληρο του βάλτου. Είναι ο μόνος που του περισσεύει καλοσύνη να της δείξει. Η κοπέλα ζει σαν αγρίμι και όλοι την αποφεύγουν αλλά ούτε και αυτή θέλει να βλέπει κόσμο, οπότε αποξενώνεται. Μένει με τους μοναδικούς φίλους που δεν θα την κρίνουν -τα φυτά και τα ζώα. Η Κάια δεν ξέρει όμως τη δύναμή της, δεν γνωρίζει πόσο πολύ σαγηνεύει η ακατέργαστη ομορφιά της. Θα το γνωρίσει στο πρόσωπο δύο νεαρών αγοριών που θα καθορίσουν για άλλη μια φορά τη ζωή της.

Έχω πει ότι πάντα μου αρέσουν οι νεαροί πρωταγωνιστές. Έχουν φυσικότητα, αθωότητα, ζωντάνια, βλέπουν με άλλα μάτια τη ζωή απ' ότι οι ενήλικες. Ένα κορίτσι όμως, που έχει μάθει να επιβιώνει στη φύση, μπορεί να επιβιώσει παντού και να έρθει εκείνη η ημέρα που να μην έχει ανάγκη πια να κρύβεται. Η Κάια είναι ένα πλάσμα έξυπνο και ξεχωριστό, δεν μοιάζει με καμιά ηρωίδα που έχω συναντήσει μέχρι τώρα και ίσως αυτό είναι και το δελεαστικό κομμάτι του βιβλίου. Γιατί όταν το οικογενειακό πρότυπο καταρρέει, ο μόνος τελικά που μπορείς να εμπιστευτείς είναι ο ίδιος ο εαυτός σου. Βλέποντας ένα κορίτσι ενάντια σε μια ολόκληρη κοινωνία, σκέφτεσαι γιατί όλοι φέρονται έτσι, αντί να το βοηθήσουν; Γιατί το αποφεύγουν ενώ μπορούν να του απλώσουν το χέρι, γιατί το κάνουν να αισθάνεται τόσο μειονεκτικά, αντί να το εντάξουν στην κοινωνία;

Κι εδώ κάποιος θα πει: έτσι ήταν οι άνθρωποι τα παλιά τα χρόνια. Μα γιατί τώρα, τι έχει αλλάξει; Μήπως δεν αποφεύγουν και περιθωριοποιούν το οτιδήποτε διαφορετικό;

Είναι ένα βιβλίο, που πέρα από τη ρομαντική ιστορία και τις πανέμορφες εικόνες της άγριας φύσης, σε βάζει να σκεφτείς "τι πάει τόσο λάθος τελικά σε αυτόν τον κόσμο";...


Στοιχεία βιβλίου:
Ιστοσελίδα: Πατήστε εδώ
Σειρά: τα πεζά #3
Τίτλος πρωτοτύπου: Where the Crawdads Sing
Συγγραφέας: Delia Owens
Μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Σελίδες: 466
Ημερ. έκδοσης: 04/10/2019
ISBN: 978-618-84459-0-1


Βιογραφικό της συγγραφέως:
H Delia Owens (1949) είναι Αμερικανίδα ζωολόγος και συγγραφέας. Για 23 χρόνια, έζησε σε ορισμένες από τις πιο απομακρυσμένες περιοχές της Αφρικής, μελετώντας λιοντάρια, ελέφαντες, και άλλα ζώα. Έχει γράψει, μαζί με τον πρώην σύζυγό της, τρία βιβλία για την άγρια ζωή στην Αφρική, τα οποία έγιναν διεθνείς επιτυχίες.

Έχει βραβευτεί με το John Burroughs Award for Nature Writing, ενώ άρθρα και μελέτες της έχουν δημοσιευτεί, μεταξύ άλλων, στο Nature, στο African Journal of Ecology και στο International Wildlife. Το "Εκεί που τραγουδάνε οι καραβίδες" είναι το πρώτο της μυθοπλαστικό έργο.
Μοιράσου το άρθρο: :
 
Copyright © 2017-2024. ΒΙΒΛΙΟΣΗΜΕΙΑ - All Rights Reserved
Created by Vivliosimeia | Published by Vivliosimeia |
Proudly powered by Vivliosimeia.blogspot.gr