Η Ρουμπίνα Γκουγιουμτζιάν γεννήθηκε το 1989 στο Γιερεβάν της Αρμενίας. Ζει στην Αθήνα, όπου εργάζεται ως χειρουργός στόματος. Έχει γράψει το μυθιστόρημα "Πάνω από τα σύννεφα" (2005), το οποίο έλαβε Βραβείο Υπερβατικού Μυθιστορήματος στο 22ο Πανελλήνιο Συμπόσιο Ποίησης και Πεζογραφίας (2006), και τη συλλογή διηγημάτων "Ο άνθρωπος που δεν είχε δει ποτέ τη βροχή" (εκδόσεις ΑΩ 2019). Διηγήματά της μεταφράστηκαν στα αγγλικά και κυκλοφόρησαν σε δίγλωσσα διαδικτυακά βιβλία με σκοπό την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας (Clockmaster, Interlinear Books 2014, και The crack on the hourglass, Interlinear Books 2018). Ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί στο συλλογικό έργο Ημερολόγιο της Γραφής (εκδόσεις Ωρίωνας 2017). Το "Γαλάζιο βανάκι" είναι το δεύτερο μυθιστόρημά της.
Η συγγραφέας μιλά για το βιβλίο της «Γαλάζιο βανάκι» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν.
Τι είναι εκείνο που σας ωθεί να γράφετε;
Ρ.Γ.: Ξεκίνησα να γράφω από παιδί. Πρέπει να ήμουν στην τελευταία τάξη του Δημοτικού όταν άρχισα να πειραματίζομαι δειλά με την ποίηση, ενώ στο Γυμνάσιο δοκίμασα να γράψω μια αστυνομική ιστορία δανειζόμενη τον Πουαρό, κι ύστερα ακόμα μία με δικό μου πλέον ντετέκτιβ, σε εικονογράφηση της κολλητής μου. Ήταν η εποχή που διάβαζα μανιωδώς Άγκαθα Κρίστι και Άρθουρ Κόναν Ντόιλ και όπως καταλαβαίνετε ήμουν επηρεασμένη. Παιδικές προσπάθειες, βέβαια, αλλά ακριβώς αυτό ήταν για μένα το γράψιμο τότε. Ένα παιχνίδι. Μετά από όλα αυτά τα χρόνια, διαπιστώνω ότι ακόμα και σήμερα αυτό που με ωθεί να γράφω είναι εκείνη η συνωμοτική διάθεση του παιδιού, που ετοιμάζεται να κάτσει μόνο του κάτω, να απλώσει τα παιχνίδια του στο χαλί και να φτιάξει ιστορίες. Είναι ακριβώς αυτή η χαρά που νιώθεις μπροστά σε ένα βουνό από τουβλάκια Lego. Αφήνεις τη φαντασία σου ελεύθερη και χτίζεις δικούς σου κόσμους.
Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι για εσάς είναι να καταφέρετε να εκφράσετε τη σκέψη σας πάνω στο χαρτί;
Ρ.Γ.: Εξαρτάται. Υπάρχουν μέρες που το πληκτρολόγιο παίρνει φωτιά, κι άλλες που δεν μπορώ να γράψω ούτε δυο σειρές. Στην περίπτωσή μου το δύσκολο είναι να ισορροπήσω τη δουλειά μου με τη διαδικασία της γραφής. Είμαι από αυτούς που χρειάζονται συνθήκες απομόνωσης. Για να αφοσιωθώ με ηρεμία, πρέπει να φροντίσω να έχω ελεύθερη τη μέρα μου, κι αυτό δυστυχώς σκοτώνει τον ρυθμό, γιατί δεν έχω σταθερό πρόγραμμα. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς να κάνω και τα δύο.
Ποιες είναι οι επιρροές σας;
Ρ.Γ.: Όλα άρχισαν με τον Ιούλιο Βερν. Μου συστήθηκε ένα βράδυ μέσα σε ένα υποβρύχιο όταν ήμουν εφτά ή οκτώ χρονών και μαζί του έκανα τον γύρο του κόσμου, έφτασα στο κέντρο της γης και έπειτα πήγα στο φεγγάρι, επέστρεψα και από τα Καρπάθια όρη βρέθηκα στο Ιρκούτσκ της Σιβηρίας. Είναι η πιο σημαντική μου επιρροή μαζί με τον Γιόστειν Γκάαρντερ και τον Μίχαελ Έντε στην εφηβεία μου. Στην ενήλική μου ζωή ήρθαν κι άλλοι, όπως ο Κάφκα ή ο Μάρκες, και η λίστα μπορεί να συνεχιστεί, όμως εκεί χάνεται πλέον η γραμμή μεταξύ επιρροής και απλού θαυμασμού. Άλλωστε, κανείς δεν ξέρει με ποιον ακριβώς τρόπο γίνεται αυτή η μίξη μέσα μας και φυσικά δεν είναι απαραίτητο να αναφερόμαστε μόνο στα αναγνώσματά μας. Επιρροές είναι και οι άνθρωποι γύρω μας, οι σχέσεις, οι αξίες με τις οποίες μεγαλώσαμε, η μουσική που ακούμε ή οι ταινίες που είδαμε. Δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε ακριβώς το πώς και το γιατί. Οτιδήποτε βρίσκει τον δρόμο του στα ενδότερα έχει τον δικό του τρόπο να βολεύεται, να συνομιλεί και να μεταμορφώνεται.
Ποια θεματολογία κρατεί τον κυρίαρχο ρόλο στα έργα σας;
Ρ.Γ.: Τα θέματα που επαναλαμβάνονται, είναι ο θάνατος και ο χρόνος. Αν και στην πραγματικότητα μιλάμε για δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, γιατί δεν υφίσταται η μία έννοια χωρίς την άλλη. Ο θάνατος είναι που δίνει υπόσταση στον χρόνο, που κάνει τον χρόνο μετρήσιμο. Γιατί αγωνιώ για τον χρόνο που “έχασα”; Τι σημαίνει “έχασα” όταν μιλάμε για χρόνο; Όταν υπάρχει, λοιπόν, ένα όριο, ένα προκαθορισμένο τέλος το οποίο αντιλαμβανόμαστε, ο χρόνος έχει άλλο βάρος. Η ζωή μοιάζει με κλεψύδρα. Κάθε κόκκος έχει σημασία. Κάθε στιγμή είναι πολύτιμη. Κι εδώ πρέπει να πω ότι δεν προσεγγίζω αυτή τη θεματολογία με σκοτεινό τρόπο. Θέλω να εκθέσω τον φόβο, για να τον καθησυχάσω. Θέλω να αγαπήσω την κλεψύδρα, να συμφιλιωθώ μαζί της. Γι’ αυτό και ό,τι γράφω τελικά περιστρέφεται -με τον έναν ή τον άλλον τρόπο- γύρω από αυτά τα ερωτήματα.
Ρ.Γ.: Το "Γαλάζιο Βανάκι" είναι μια ιστορία δρόμου, ένα μυθιστόρημα που ανοίγει διάλογο για όλα αυτά που δίνουν νόημα στις αποστάσεις που διανύουμε στη ζωή. Είναι η ιστορία του Αντόνιο, ενός συνταξιούχου δασκάλου από την Φεραντίνα της νότιας Ιταλίας, ο οποίος έχει μετατρέψει το παλιό του βανάκι σε περιοδεύουσα βιβλιοθήκη για παιδιά. Ένα καλοκαίρι αποφασίζει να αφήσει για λίγο όλα τα βιβλία με τους μικρούς τους αναγνώστες και να κάνει τον γύρο της Ευρώπης παρέα με τον δεκατετράχρονο εγγονό του τον Αλέσιο. Το Γαλάζιο Βανάκι βρίσκει μπροστά του έναν δρόμο στρωμένο με ιστορίες και κάθε διαδρομή γεννά διαφορετικά ερωτήματα, φωτίζοντας την τρυφερή σχέση των ηρώων, ισορροπώντας την βαθιά σοφία και την ωριμότητα του ενός, με την ακατέργαστη εφηβική ανησυχία του άλλου. Ο Αντόνιο Λα Κάβα, είναι ένας συνταξιούχος δάσκαλος από την Φεραντίνα πάνω στον οποίον έχω βασίσει τον κεντρικό ήρωα του μυθιστορήματος και είναι το πρόσωπο που με ενέπνευσε να γράψω αυτήν την ιστορία. Έχει πράγματι μετατρέψει ένα παλιό αγροτικό Piaggio σε περιοδεύουσα βιβλιοθήκη για παιδιά και πηγαίνει σε απομακρυσμένα χωριά της νότιας Ιταλίας, για να παρακινήσει τα παιδιά να διαβάσουν. Όταν τον συνάντησα το 2021 με σκοπό να γράψω το βιβλίο, είδα έναν άνθρωπο τρυφερό, ευαίσθητο, αισιόδοξο και γεμάτο καλοσύνη. Ξέρω ότι έχει εγγόνια, αλλά δεν τον ρώτησα και πολλά για την οικογένειά του. Δεν εμβαθύναμε σε προσωπικά θέματα. Μου μίλησε κυρίως για το Bibliomotocarro, τον τρίκυκλο φίλο του, και τη δουλειά του στα σχολεία που επισκέπτεται. Παρεμπιπτόντως, για αφηγηματικούς σκοπούς στο μυθιστόρημα έχω αλλάξει το όχημα σε ένα Volskswagen Τ2 του ’78, αλλά το χρώμα παραμένει γαλάζιο. Ο Αντόνιο του βιβλίου, λοιπόν, δεν είναι ένα πρόσωπο που φαντάστηκα, όμως κατά τη διάρκεια της ιστορίας έπλασα τις αντιδράσεις, τις σκέψεις και την κοσμοθεωρία του μέσα από δικά μου φίλτρα, έχοντας, βέβαια, ως οδηγό το πνεύμα του ανθρώπου που συνάντησα. Είμαι ευγνώμων που μου επέτρεψε να το κάνω αυτό και πάνω από όλα είμαι ευγνώμων που είχα την τύχη να τον γνωρίσω, γιατί ανήκει σε εκείνους τους ανθρώπους που ομορφαίνουν τον κόσμο με τις πράξεις τους. Θα κλείσω λέγοντας πως ανυπομονώ να ξαναβρεθώ με τον πραγματικό Αντόνιο, να του δώσω το βιβλίο και να του διηγηθώ από κοντά όλα όσα μεσολάβησαν από την πρώτη φορά που επισκέφτηκα τον τόπο του. Δεν θα πω περισσότερα για το βιβλίο. Αποκάλυψα ήδη πολλά και τώρα είναι η σειρά του αναγνώστη να κάνει το δικό του ταξίδι.
Συγγραφέας γεννιέσαι ή γίνεσαι;
Ρ.Γ.: Ούτε γεννιέσαι, ούτε γίνεσαι. Το κολλάς, γιατί κάποιος στο μεταδίδει. Είναι το μόνο μικρόβιο που παραμένει ενεργό για αιώνες και μπορείς να το κολλήσεις από έναν άνθρωπο που έχει ζήσει πολλά χρόνια πριν από εσένα. Μπορεί για παράδειγμα να τύχει να ανοίξεις ένα βιβλίο που έχει γραφτεί 200 χρόνια πριν, κι ύστερα να ανεβάσεις πυρετό. Εσένα αυτή η ευαισθησία που νιώθεις σου αρέσει, όμως όλοι γύρω σου προσπαθούν να σε θεραπεύσουν. Κάποιοι, πράγματι, θεραπεύονται ή τουλάχιστον έτσι δείχνουν, αλλά οι υπόλοιποι ζουν με αυτό όλη τους τη ζωή.
Αν μπορούσατε να αλλάξετε κάτι στον τομέα της λογοτεχνίας τι θα ήταν αυτό;
Ρ.Γ.: Θα μιλήσω για την Ελλάδα, γιατί αυτό που θα ήθελα να δω εδώ, κάπου αλλού μπορεί να συμβαίνει. Ο χώρος της λογοτεχνίας, όπως και πολλοί άλλοι επιμέρους χώροι της τέχνης, έχει τη δική του διαρρύθμιση. Ας τον φανταστούμε σαν μια έπαυλη με πολλά δωμάτια, όπου γίνεται ένα μεγάλο πάρτι. Οι άνθρωποι σε αυτή τη γιορτή κινούνται μέσα στα όρια της έπαυλης, διαλέγουν δωμάτια, ίσως στέκονται αμήχανα σε κάποιον διάδρομο, αλλού χορεύουν, αλλού πίνουν κτλ. Όλοι τους, όμως, ακόμα κι αν χορεύουν μαζί, ακόμα κι αν μιλάνε μεταξύ τους, είναι μόνοι. Εγώ, λοιπόν, δεν οραματίζομαι την λογοτεχνία σαν έναν τόπο όπου ο καθένας φέρνει το προσωπικό του έργο στο φως, τσουγκρίζει δυο ποτήρια, παίρνει μερικά χτυπήματα στην πλάτη, κι ύστερα πάλι από την αρχή. Οραματίζομαι έναν τόπο όπου υπάρχει αληθινός διάλογος, έναν τόπο όπου θα συναντηθούμε για να αλλάξουμε κάτι, να συνδέσουμε τη φωνή μας με αυτά που συμβαίνουν εκεί έξω και όχι μόνο να ταΐζουμε το εγώ μας, που κορδώνεται κάθε φορά που βγάζουμε ένα βιβλίο. Ζούμε σε μια εποχή δίχως χαρακτήρα. Φαινόμαστε παντού, μα δεν υπάρχουμε πραγματικά. Ας γίνει τουλάχιστον ο χώρος της λογοτεχνίας και της τέχνης γενικότερα, ένα μέρος όπου υπάρχουμε και συνυπάρχουμε στ’αλήθεια. Πρέπει να αφήσουμε την έπαυλη και να βγούμε στον κήπο.
Έχετε επόμενα συγγραφικά σχέδια;
Ρ.Γ.: Έχω πολλά σχέδια και πολλές ιδέες, όμως δεν αποκαλύπτω ποτέ τι σκαρώνω. Άλλωστε αυτά μπορεί να αλλάξουν στην πορεία. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ανυπομονώ να ξαναμπώ σε δημιουργικό ρυθμό.
(©Γιάννης Παπαδόπουλος για τα Βιβλιοσημεία)


























